Αναρτήθηκε από: penthilos | Μαρτίου 7, 2011

Δεμα απ την Αμερικη

ΔΕΜΑ ΑΠΙ Τ΄Ν ΑΜΙΡΙΚΗ – (ΒΛΟΥΤΙΝΑ ΓΙΑΠΡΑΚΑΔΙΝΑ – Στρατής Αναστασέλλης)

Πας τν Αμιρική του έστ’λι
του Λινούδ΄, του γιό τς του Νικόλ’
τσ’ ένα γράμμα δε νι πήρι,
τσ’ είχι χρόνια τώρα χόλ’.
Έδιετς γάνιαζι στουν πόνου,
τν έτρουγι γι’ απαντουχή
τσακ (1) που κόπ’τσι πιά του μούτι τζ, (2)
μι τ’ Γιρμανουκατουχή.
Τσι μια μέρα γι καμπάνις
διαλαλίξαν του χαμπάρ
που σα φίδ’ του θιμιρέψαν (3)
του ναζί του καλκαμπάρ (4).
Τσι αρχινίσαν πάλι οι πόστις (5)
να κβανιούν τα γραμματέλια
τσι να φέρνιν τα τσινούργια
απί τν οικουμέν’, τα τέλια (6).
Ένας ταχυδρόμος κ’δούν΄ξι
τσι τς Λινούδας του πουρτί
τσ είπι να κατέβ’ στη χώρα
να πάρ’ ότ’ λέγ΄του χαρτί.
Πράγματις, σαν που του ξίγ’σι
τσι γιού δάσκαλους τ’ Κακάβ’
έγραφτι να πα ιγκαίρους
δέμα για να πιριλάβ΄.
Σ’κώθτσι αχάραγα τσι πάγ’τσι
μι σιβντά, φουτιά τσι λόχ’
γ’ όρθις βγαίναν απ’ τα κμάσια,
τσ’ ίπνι τσάγ’ μέσ΄του Μιτόχ’ (7).
Έναν πιραστ’κό νι ρώτ’σι
«Που έχιν δέματα ω παλ΄κάρ;»
Τσι γιου Καστρινός τνη πήρι
τσ έδ’ξι τζ έναν για να παρ.
Ήνταν έφτου παραπέρα
ένα μαγαζέλ’ στινούδ’
τσ’ ίμπι μέσα. «Ένα δέμα θέλου»,
είπι του Λινούδ’.
«Ευχαρίστως λέγ’ ου μάστουρς,
πέρασε στο παραβάν»,
τσ’ η Λινούδα μπαίν’ ‘που μέσα
φουρτουμέν’ μι τουν τρουβάν.
Καταπόδι τζ μιαν κουπέλα
να τνη πιείς μέσ’ στου πουτήρ’
ασπρουφόρα, τσι σαν τού’ πι,
δούλιβγι μέσ’ τ’ αργαστήρ’.
«Θεία βγάλε το βρακί σου (8)
να σου πάρουμε τα μέτρα».
Τσ’ η Λινούδα κατιβάζ’ ντα,
τσι στου νού τζ άλλα νι μέτρα.
Φαίνιτι θα δουκιμάσιν
τ’ φούστα π’ μ’ έστ’λι του πιδί μ’
για να δουν, είνι στου μπόγι μ’
γη μπάτσ΄έρχιτι κουντή μ’;
«Τίποτα δεν βλέπω θεία.
Δεν έχεις ανάγκη δέμα».
Μπάτσι διφτιρώγ’ς κουβέντα.
Πας του δίτσου μ’ χύνου τσ’ αίμα.
Έχου τσι χαρτέλ’ που μ’ δώκαν.
«Μήπως καμμιά συνταγή;»
Ναι βρε κόρη μ’ διόβασί του
τσι παρέτα τν αφλουγή! (9).
«Τούτο λέει για κάποιο δέμα
που το στέλνει το παιδί σου,
κι εγώ νόμιζα πως ήταν συνταγή.
Και τώρα ντύσου.
Λάθος ήρθες εδώ πέρα,
κάποιος σού ‘βαλε τορπίλη.
Δέματα κι εμείς πουλάμε,
μα σε εκείνους που έχουν κήλη».
«Αχ! βρε γιέ μ’ τίντα θα πάθου
ως τ’α πάγου στν πιρασιά (10)
Δέμα μ’ έστ’λις, τσι σ’μαδούρια (11)
μ’ πήραν για κατιβασιά (12).
Του Λινούδ’ δεν τ’ αλιστίρτζι (13)
π’ τν είδι ξένου μάτ’ γυμνή
τσ αβραντέν’ζι μέσ’ τα δόντια τζ
τς Καστρινιοί τς «Ιλιγινιοί»
Τσιν’σι,(14) τσι κατά ρουτώντας
λιώντουν ίσαμ’ του μισμέρ’,
τσ ένι πουλιουξιθαρέβντου
μην τνη πέξιν τσ’ άλλου χνέρ.
Ένας γέρους τνη σπλαχνίστσι,
πούχι τσι τα διάμεσα
τσι μέσ’ του ταχυδρουμείου,
ίβαλί ντ’ να πρώτ’ πρώτ’ μέσα.
Γιου γραμματικός τνη ρώτ’σι,
ξέρ’ να βάλ’ τν υπουγραφή τζ;
Τότις πλια γη Λινούδα
ήνταν πού ‘ρπαξι ντ΄κουρφή τζ.
«Νταγιανάμαντι (15) ναμκιόρδις
βρε διαβόλ’ αγαρινοί
άλλους θέλ’ υπουγραφάδις
τσ’ άλλ’ μι πασπατέβ’ γυμνή.
Να χιρόστι τσι του δέμα,
θα σας βάλου φυλακή.
Μια γραφή στου γιό μ’ να γράψου
θα σκουθεί γ’ Αμιρική.
Πόλιμου θα κάν’ του Ν΄κόλι μ’
τσι τα νύχια σας θα βγάλ’
μέσ’ σ’ ένα χουριό καθούντι
φτος τσ’ οι τέσσιρ’ς οι μιγάλ»(16).
Σαν είδαν γ’ αθρώπ’ του γ’νάτι τζ
βάλαν μαρτυριά τσι βούλα
τσι τσ’ πασάραν πλια του δέμα.
Τ’ν ανιδράμ’σι μιάν τριμούλα,
τα ματέλια τζ αμουλάραν
τσ’ έσφιξι ντου στν αγκαλιά τζ,
σα ναν έσφιτζι του γιόκα τζ.
Έφταξι του βράδ΄στ’ φουλιά τζ,
τσένουσί ντα (17) μπρος τσ’ ιγιτόν’σις
να μπ’ στα μάτια ντουν καρφί,
τσι καφτσόντουν π’ς έχ΄τα μέσα
τσ’ ε τς γυρέψαν ‘πουγραφή.
Τώρα γίν’ τιπτίλ’ (18) μι τς φούστις,
Πέταξί ντου του βρατσί
τσι καμαρουτή κβανιέτι
στ’ Χάρη τζ (19) κάθα Τσυριατσή.

Γλωσσάρι
1. Ως, 2. Ελπίδα της, 3. Θανάτωσαν, 4. Κακοποιός, 5. Ταχυδρομεία, 6. Τηλέγραφοι,7. Χάνι Αγιασώτικο, 8. Σαλβάρι, 9. Κουβέντα, 10. Τοπονύμιο του νεκροταφείου της Αγιάσου, μεταφ. Ως που να πεθάνω 11. Μέτρα, 12. Κήλη, 13. Χώνευε, 14. Ξεκίνησε, 15. Δεν υποφέρεστε, 16. Οι σύμμαχοι, 17. Κένωσε, άδειασε, 18. Άλλαξε, μεταμφιέστηκε, 19. Στην εκκλησία της Μεγαλόχαρης.

 

 

Ελευθερη αποδοση στην καθομιλουμενη

 

Στην Αμερικη εστειλε η Ελενη το γιο της Νικολα

Και δεν πηρε ποτέ γραμμα και ηταν χρονια χολωμενη

 

Ετσι υπεφερε τον πονο, την ετρωγε η αναμονη

Εως οτου κοπηκε η ελπιδα της με την γερμανοκατοχη.

 

Και μια μερα το διαλαλησαν οι καμπανες το νεο

Οτι σαν φιδι τον θανατωσαν τον ναζι τον κακοποιο.

 

Και ξαναρχισαν παλι τα ταχυδρομεια να κουβαλουν τα γραμματα

Και να φερνουν τα νεα απ την οικουμενη οι τηλεγραφοι.

 

Ενας ταχυδρομος κουδουνισε και της Ελενης την πορτα

Και ειπε να κατεβει στη Μυτιληνη να παρει ο,τι λεει το χαρτι.

 

Πραγματι οπως το εξηγησε και ο δασκαλος Κακαβης

Εγραφε να παει εγκαιρως για να παραλαβει δεμα

 

Σηκωθηκε αχαραγα με σεβντα, φωτια και φλογα

Οι κοτες εβγαιναν απ τα κοτετσια κι αυτη επινε τσαϊ στο Μετοχι

 

Ρώτησε εναν περαστικο «Ε παληκαρι, πού εχουν δεματα;»

Και ο Μυτιληνιος την πηρε και της εδειξε εναν για να παρει.

 

Ηταν εκει παραπερα ενα στενο μαγαζι και μπηκε μεσα.

«Ενα δεμα θελω» ειπε η Ελενη, Ευχαριστως λεει ο μαστορας

Περασε στο παραβαν. Και η Ελενη μπαινει μεσα φορτωμενη με τον τορβά (σακιδιο).

Κατα ποδι της και μια κοπελα να την πιεις στο ποτηρι με ασπρη φορεσια

Και οπως ειπε δουλευε μεσα στο εργαστηριο «Θεια βγαλε το σαλβαρι σου

Να σου παρουμε τα μετρα» και η Ελενη τα κατεβαζει, αλλά στο νου της

άλλα σκεφτοταν «Φαινεται θα δοκιμασουν τη φουστα που εστειλε το παιδι μου

Για να δουν ειναι στο μποϊ μου ή μου ερχεται κοντη»

«Τιποτα δεν βλεπω θεια, δεν εχεις αναγκη δεμα».

Μην πεις δευτερη κουβεντα, για το δικιο μου χυνω και αιμα

Εχω και χαρτι που μου εδωσαν. «Μηπως καμια συνταγη;»

Ναι κορη μου διαβασε το και σταματα την κουβεντα.

«Τούτο λέει για κάποιο δέμα
που το στέλνει το παιδί σου,
κι εγώ νόμιζα πως ήταν συνταγή.
Και τώρα ντύσου.
Λάθος ήρθες εδώ πέρα,
κάποιος σού ‘βαλε τορπίλη.
Δέματα κι εμείς πουλάμε,
μα σε εκείνους που έχουν κήλη».

 

Αχ βρε γιε μου τι θα παθω,

Μεχρι να παω στην Περασιά (μτφ μεχρι να πεθανω).

Μουστειλες δεμα και μου πηραν μετρα για κηλη.

Η Ελενη δεν το χωνευε που την ειδε γυμνη ξενο ματι

Κι εβριζε μεσα στα δοντια της τους ελεεινους Μυτιληνιους.

Ξεκινησε και ρωτωντας γυριζε μεχρι το μεσημερι

Και δεν πολυξεθαρευονταν μηπως και της κανουν κι αλλο χουνερι.

Τη σπλαχνιστηκε ενας γέρος που ειχε και τα μέσα

Και την εβαλε μεσα στο ταχυδρομειο πρωτη-πρωτη.

Ο γραμματικος τη ρωτησε αν ξερει να βαλει την υπογραφη της.

Τοτε η Ελενη ήταν που εξεμανη. Δεν υποφερεστε κακοτροποι

Βρε διαβολου αγαρηνοι, αλλος ζηταει υπογραφες

Αλλος με ψαχουλευει γυμνη. Να χαιρεστε και το δεμα

Θα σας βαλω φυλακη. Ενα γραμμα να στειλω στο γιο μου

Θα ξεσηκωθει η Αμερικη. Θα κανει πολεμο ο Νικολας μου

Και θα σας βγαλει τα νυχια. Μεσα σ ενα χωριο καθονται και οι 4 συμμαχοι.

Οταν ειδαν οι ανθρωποι το γινατι της, βαλαν μαρτυρια και σφραγιδα

Και της εδωσαν πια το δεμα. Την διετρεξε μια ανατριχιλα

Τα ματια της χαλαρωσαν και το εσφιξε στην αγκαλια της

Σαν να εσφιγγε το γιοκα της. Εφτασε το βραδυ στη φωλια της

Τα αδειασε μπροστα στις γειτονισσες να μπει στα ματια τους καρφι

Και καυχιοταν οτι εχει τα μεσα και δεν της ζητησαν ουτε υπογραφη.

Τωρα αλλαξε κι εβαλε τις φουστες, πεταξε το σαλβαρι

Και βγαινει καμαρωτη στην εκκλησια (Παναγια) καθε Κυριακη.

Πηγη: http://mytilinia-dialektos.blogspot.com/2010/12/blog-post_4298.html

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: