Αναρτήθηκε από: penthilos | Οκτώβριος 17, 2010

Η δασκαλα με τα χρυσα ματια (1979 ΕΡΤ)-Big Brother (σημερα)

 

Κοινωνική σειρά εποχής (ΕΡΤ)
Πρεμιέρα: 3/4/1979 – Παραγωγός: POSITIVE
Σενάριο: Μαργ. Λυμπεράκη Σκηνοθεσία: Κ. Αριστόπουλος
Ηθοποιοί:
Γιάννης Φέρτης (Λεωνής), Κάτια Δανδουλάκη (Σαπφώ), Νικήτας Τσακίρογλου (Βρανάς), Ειρήνη Ιγγλέση (Αδριανή), Μαράα Μαρμαρινού (κα Σπανού), Τάνια Τσανακλίδου (Λουλού), Γιώργος Λουκάκης (Σπανός), Τιτίκα Βλαχοπούλου (Ασπασία), Κώστας Τσιάνος, Χρήστος Βαλαβανίδης, Βασίλης Τσάγκλος.
Υπόθεση:
Ο Λεωνής, με τραυματικές εμπειρίες από τις μνήμες του πολέμου και τη ζωή του στο νοσοκομείο του Εσκί Σεχίρ, αποφασίζει να επιστρέψει στη πατρίδα του. Στη Μυτιλήνη γνωρίζει τη Σαπφώ, δασκάλα και χήρα του φίλου του Ευθύμη, που σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία, για την οποία ακούγονται διάφορα κουτσομπολιά. Μια μεγάλη αγάπη γεννιέται ανάμεσά τους (διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος του Στρατή Μυριβήλη).Η σειρά αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον και το βράδυ της πρεμιέρας έσπασε το «κοντέρ» των διαφημίσεων. Για πρώτη φορά η κρατική τηλεόραση μετέδωσε περισσότερο από 40 λεπτά διαφημιστικά μηνύματα, σπάζοντας τα νεύρα των τηλεθεατών.

ΑΠΟ ΤΟ www.geocities.com

Η σειρά κυκλοφόρησε σε 7 DVD από τη Ραδιοτηλεόραση τον Ιανουάριο του 2008 (11η σειρά της ΕΡΤ σε DVD).

Να πώς περιγραφει η Ελένη Τσαμαδού το ξαναδιάβασμα της Δασκάλας με τα χρυσά μάτια…

«Ο Μυριβηλης νομίζω πως είναι από τους λίγους συγγραφείς που σε κάνουν να μυρίζεις τη θάλασσα του Αιγαίου, να την αισθάνεσαι στο δέρμα σου, να σου ξεκουράζει τα μάτια να σε τραβάει στην αγκαλιά της. Περπάτησα  ξυπόλητη στις αμμουδιές με τα ρόδινα κοχύλια, αλήθεια  πότε βρήκατε τελευταία φορά κοχύλια στη θάλασσα και όχι γόπες τσιγάρων; Γεύτηκα τους καρπούς των δέντρων και  ξεκουράστηκα στις  εξοχές του νησιού της Σαπφώς παρέα με τον λαβωμένο στην ψυχή και την καρδιά Λεωνή. Το πιο σπουδαίο όμως ήταν πως ένιωσα να με εκφράζουν και μένα οι σκέψεις του και οι προβληματισμοί του για τη ματαιότητα και τη βαρβαρότητα των πολέμων.  Η περιγραφή της αργής και βασανιστικής πορείας του  Βρανά προς το θάνατο, οι σκηνές φρίκης με το τραίνο των τραυματιών και  οι ταφές των ακρωτηριασμένων μελών, είναι χαραγμένες με πυρωμένο σίδερο πάνω στη καρδιά  και όχι με μελάνι πάνω σε χαρτί. ΄Ενιωσα  τον έρωτα και το πάθος του Λεωνή που τον οδήγησε στη λύτρωση, όμως, αντίθετα με τη φίλη μου,  δε μπόρεσα να χαρώ με την ερωτική σκηνή του τέλους. Τη βρήκα δυνατή αλλά, ας μου συγχωρεθεί η έκφραση, πολύ «αντρική». Η γυναίκα είναι το παθητικό αντικείμενο του έρωτα που λυτρώνει τον άντρα, αλλά ποτέ δε θα μάθουμε αν λυτρώθηκε και η ίδια.  Μου άφησε μια γεύση λιγάκι ανικανοποίητη το τέλος. Το βρήκα άνισο σε σχέση με τη θέση που φαίνεται να έχει  σε όλο το βιβλίο  ο Λεωνής για την κοινωνία και τη γυναίκα.  Τέλος οφείλω να πω και τη βασική ένστασή μου, που ήδη την έχω εκφράσει  στην Αναγνώστρια. Με κούρασε η κατάδηλη προσπάθεια του συγγραφέα να πλάσσει και να χρησιμοποιήσει  καινούργιες λέξεις.  ΄Εχω τη γνώμη  πως οι συγγραφείς της «γενιάς του ΄30» αγωνιζόμενοι να απαλλαγούν από τα βαρίδια της καθαρεύουσας και του λογιοτατισμού, και θέλοντας να πλάσουν μια γλώσσα καινούργια, απλή  αλλά και ποιητική ταυτόχρονα, έπεσαν σε υπερβολές πράγμα που σήμερα  φαίνεται   να προσθέτει ρυτίδες στο έργο τους. Δε μιλάω για τη γλώσσα των ιδιωματισμών της Λέσβου, αυτή στα λίγα σημεία που υπάρχει τη χαίρομαι. Μιλάω για τη χρήση λέξεων που είναι φανερά δημιουργήματα  της πένας του συγγραφέα. Ένας παλιός συγγραφέας μιλώντας κάποτε για ένα ομότεχνο του που δε συμπαθούσε ιδιαίτερα,  έλεγε πως « η γλώσσα του όζει λυχνίας» υπονοώντας ότι  ξενύχτησε ο δυστυχής για να πλάσσει μια λέξη. Δε νομίζω πως είναι αυτή η περίπτωση του Μυριβήλη, εντούτοις  δε βρίσκω να προσθέτει τίποτε  στο γλαφυρό ύφος του  ούτε να κάνει πιο δυνατές τις θαυμάσιες περιγραφές του η χρήση λέξεων όπως « μπάλεψε» αντί για « πάλεψε»  ή « η ντυσιά», ή « οι χτυπισιές», λέω έτσι πρόχειρα δυο τρεις λέξεις που με ξάφνιασαν δυσάρεστα. Το ξέρω πως το θέμα της γλώσσας είναι πολύ μεγάλο και δεν μπορεί να αναλυθεί και να συζητηθεί  από αυτή εδώ τη θέση και πως ακόμη είμαι πολύ μικρή για να κρίνω ένα συγγραφέα του διαμετρήματος του Μυριβήλη.  Να σας μεταφέρω μόνο θέλησα το πώς ένιωσα όταν διάβασα ξανα αυτό το αριστούργημα μετά από …(άσε καλύτερα να μη τα πω πόσα ) χρόνια. Ευτυχώς οι νεώτερες γενιές έχουν απαλλαγεί από το  ψευτοδίλημμα , «δημοτική» ή « καθαρεύουσα» Η γλώσσα είναι ζωντανή και εξελίσσεται μόνη της, ερήμην ημών των τεχνουργούντων.»

Πηγη:http://tsamadouprevious.psichogios.gr/PermaLink,guid,8833182a-a132-44b3-8d6a-90ab84183350.aspx

 

Ολόκληρη η σειρά (14 επεισόδια) έχει ανεβεί στο ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ στη διεύθυνση:

http://www.ert-archives.gr/V3/public/d–index-archive-search.aspx

Για κάθε επεισόδιο υπάρχει και εκτενής περιγραφή.

 

Η μουσική των τίτλων της σειράς:

http://www.youtube.com/watch?v=s85bGk07Qbs

απο μουσικους του Αναγνωστηριου της Αγιασου.

 

Στρατής Μυριβήλης
1892 – 1969

Από τους σημαντικότερους πεζογράφους μας, ο Στράτης Μυριβήλης ανήκει στη γενιά του ’30, αν και μεγαλύτερης ηλικίας. Γεννήθηκε ως Ευστράτιος Σταματόπουλος το 1892 στην τουρκοκρατούμενη Συκαμιά της Λέσβου. Μέτριος μαθητής, στο δημοτικό αποφοιτά το 1909 από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Από τα μαθητικά του χρόνια έρχεται σε επαφή με σημαντικά κείμενα του δημοτικισμού, που διαμορφώνουν τη λογοτεχνική και γλωσσική του συνείδηση. Κείμενά του δημοσιεύονται ήδη σε περιοδικά της Σμύρνης και της Μυτιλήνης.

Το 1912 τον βρίσκουμε να φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, εργαζόμενος συγχρόνως ως δημοσιογράφος. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς διακόπτει τις σπουδές του και κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό. Λαμβάνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, τραυματίζεται στη μάχη του Κιλκίς το 1913 και επιστρέφει στην Αθήνα. Η Λέσβος είναι ήδη απελευθερωμένη από τον τουρκικό ζυγό και ο Μυριβήλης αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το 1915 κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων «Κόκκινες Ιστορίες».

Το 1917, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στρατεύεται εκ νέου και λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία. Εκεί αρχίζει να γράφει το αριστούργημά του «Η Ζωή εν Τάφω». Το 1920 παντρεύεται την προσφυγοπούλα Ελένη Δημητρίου και αποκτούν τρία παιδιά. Λαμβάνει μέρος και στη Μικρασιατική Εκστρατεία και μετά την καταστροφή επιστρέφει δια μέσου Θράκης στη Μυτιλήνη. Θα παραμείνει στο νησί ως το 1932, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα. Κύρια επαγγελματική του απασχόληση όλο αυτό το διάστημα παραμένει η δημοσιογραφία.

Το 1924 δημοσιεύει σε πρώτη έκδοση το «Η Ζωή εν τάφω», το οποίο θα γίνει γνωστό και θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία στη δεύτερη έκδοσή του το 1930, όταν θα λάβει την οριστική μορφή του. Πρόκειται για ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τη μορφή ημερολογίου, επικό, ρεαλιστικό, αλλά και λυρικό. Κεντρικό πρόσωπο, ο φοιτητής – λοχίας Αντώνης Κωστούλας, που καταγράφει στο ημερολόγιό του, όχι την ηρωική, αλλά τη φρικτή πραγματικότητα του πολέμου.

Ακολούθησε ένα ακόμη σπουδαίο μυθιστόρημά του, «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1933), που μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον Κώστα Αριστόπουλο το 1978. Η ατμόσφαιρα του πολέμου είναι κι εδώ παρούσα, καθώς ο ήρωας επιστρέφει από τον πόλεμο στη Μυτιλήνη, όπου βασανίζεται ανάμεσα στο σεβασμό προς τη μνήμη του σκοτωμένου φίλου του και στον έρωτα που αισθάνεται για τη χήρα εκείνου.

Το 1938 ο Μυριβήλης διορίζεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, ενώ από το 1946 έως το 1950 είναι διευθυντής προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Το 1958 εκλέγεται τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εξακολουθεί με εντατικούς ρυθμούς τη λογοτεχνική του παραγωγή με μια σειρά από διηγήματα, τα οποία συγκέντρωνε σε βιβλία, χαρακτηρίζοντάς τα κάθε φορά και με διαφορετικό χρώμα: «Το πράσινο βιβλίο» (1935), «Το γαλάζιο βιβλίο» (1939), «Το κόκκινο βιβλίο» (1952) και «Το βυσσινί βιβλίο» (1959).

Ένα από τα διηγήματα του «Γαλάζιου Βιβλίου» το επεξεργάστηκε περισσότερο για να προκύψει η θαυμάσια νουβέλα «Βασίλης ο Αρβανίτης» (1943). Είναι η ιστορία ενός λαϊκού ανθρώπου, γεμάτου ομορφιά και ζωική ορμή, που περιφρονεί τις κοινωνικές συμβάσεις. Ξεπερνά, όμως, το όριο και φθάνει στην «ύβρη» και μαζί στην καταστροφή. Με αρκετή καθυστέρηση, ο Μυριβήλης μας δίνει ένα ακόμη μυθιστόρημα το 1949, την «Παναγιά τη Γοργόνα», την ιστορία μερικών προσφύγων που εγκαθίστανται σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Μυτιλήνης.

Ο Στράτης Μυριβήλης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1949 και προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ. Η αγάπη για τη ζωή, για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον θα παραμείνει ο συνεκτικός ιστός της σκέψης του και ολόκληρου του έργου του. Η αντιπολεμική θεματολογία, το λυρικό και ποιητικό ύφος, η καλοδουλεμένη γλώσσα ενός μεγάλου τεχνίτη του λόγου, κατατάσσουν τον Μυριβήλη ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς μας. Πέθανε στις 19 Ιουλίου 1969, έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, σε ηλικία 78 ετών. Τα βιβλία του Στράτη Μυριβήλη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ».

Πηγη: http://www.sansimera.gr/biographies/183

 

Επίσης η εκπαιδευτική τηλεόραση έχει 15 λεπτο video για το Στρατή Μυριβήλη.

http://www.edutv.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1109&Itemid=97

 

 

Εκτενής βιογραφία του Στρατή Μυριβήλη στην Wikipedia

http://tinyurl.com/329bfej

 

Ενα εργο του Μυριβηλη ειναι η Παναγια η Γοργονα.

Στη Σκαλα Συκαμιας υπαρχει μια εκκλησια της Παναγιας γοργονας που ειναι τουριστικη ατραξιον.


Advertisements

Responses

  1. Αχ αυτή η Παναγιά…
    Ονειρεμένη…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: