Αναρτήθηκε από: penthilos | Ιουλίου 24, 2010

Εκεί που μας χρωστάγανε, μας φάγαν’ και το βόδι…

Επείγουσα η ανάγκη να δούμε και να διορθώσουμε τα λάθη «εδώ και τώρα», ενόψει του δεύτερου γύρου της αναμέτρησης!
του Πάνου Κοσμά

(Κόκκινο, τεύχος 49)

Στο μικροσκόπιο οι ευθύνες της Αριστεράς

Με το Ασφαλιστικό και τα εργασιακά έκλεισε ένας σημαντικός κύκλος αγώνων. Αυτονόητα λοιπόν τίθεται το ερώτημα: το εργατικό κίνημα και η Αριστερά νίκησαν ή ηττήθηκαν σ’ αυτό τον κύκλο αγώνων; Δυστυχώς η απάντηση είναι προφανής: ηττήθηκαν και μάλιστα -δεδομένων των όρων και των διακυβεύσεων αυτής της μάχης- κατά κράτος! Μπορεί η διαπίστωση να πονάει ή να φαίνεται υπερβολική, αλλά για την Αριστερά και το εργατικό κίνημα δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά να δουν και να διορθώσουν τα λάθη τους, αν θέλουν να διαμορφώσουν σοβαρές προϋποθέσεις νίκης στη συνέχεια της αναμέτρησης με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και την τρόικα.
Φυσικά, η Αριστερά, σχεδόν στο σύνολό της, δεν αρέσκεται να κάνει απολογισμούς των κοινωνικοταξικιών μαχών στις οποίες συμμετέχει. Με μία εξαίρεση: τους εκλογικούς απολογισμούς. Μετά τις εκλογές όλες οι οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς θεωρούν υποχρέωσή τους να κάνουν -και να δημοσιοποιήσουν- το δικό τους απολογισμό για τα αποτελέσματα. Τα Πολιτικά Γραφεία συνεδριάζουν στη σειρά και οι «ερμηνείες» των αποτελεσμάτων δίνουν και παίρνουν. Τι γίνεται όμως όταν μια μεγάλη κοινωνικοταξική αναμέτρηση κλείνει κάποιο κύκλο; Δεν μας χρειάζεται -και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στις εκλογές- ο απολογισμός;
Επειδή λοιπόν το πιο πιθανό είναι να δούμε απολογισμούς μόνο των …ερχόμενων αυτοδιοικητικών και περιφερειακών εκλογών, επειδή είναι πολύ πιθανόν η Αριστερά να πνίξει την αποτυχία της στην αναμέτρηση με την κυβέρνηση και την τρόικα με το «κρασί» αυτών των εκλογών, επειδή -ως συνήθως- ελάχιστοι βολεύονται με το να ψάχνουν τα λάθη της Αριστεράς γιατί αυτό σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να διορθωθούν, γι’ αυτό ανοίγουμε αυτή τη συζήτηση, που στα δικά μας μάτια είναι κατεπείγουσας σημασίας και δραματικά απαραίτητη!
Η συζήτηση αυτή είναι απαραίτητη και για έναν ακόμη λόγο: γιατί μπροστά στο προφανές γεγονός ότι σ’ αυτή την πρώτη φάση αγώνων έχουμε υποστεί δεινή ήττα, εμφανίζονται τα γνωστά στην Αριστερά αξιοθρήνητα φαινόμενα να ρίχνουμε τις ευθύνες στον κόσμο: «πού είναι ο κόσμος;» έλεγαν μέλη και στελέχη αριστερών οργανώσεων και κομμάτων στις τελευταίες γενικές απεργίες για το ασφαλιστικό και τα εργασιακά, όπου η συμμετοχή ήταν «πολύ κατώτερη των περιστάσεων». Πριν λοιπόν οδηγηθούμε στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι χάσαμε γιατί «ο κόσμος δεν τραβάει», και για να μην καταλήξουμε, σύμφωνα με το νόημα των λόγων του Μπρεχτ, «να «καταργήσουμε αυτόν το λαό και να εκλέξουμε έναν άλλον», ας δούμε καλύτερα πού η Αριστερά έχασε κατά κράτος από τον αντίπαλο, εξαιτίας αποκλειστικά δικών της λαθών.
Γιατί χάσαμε τη μάχη της προπαγάνδας;

Το πρώτο σίγουρο δεδομένο είναι ότι η Αριστερά έχασε τη μάχη της προπαγάνδας. Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι και να αποφύγουμε παρανοήσεις, εννοούμε ότι χάθηκε η μάχη της προπαγάνδας όχι όσον αφορά αν τα μέτρα ήταν δίκαια αλλά όσον αφορά αν ήταν «αναγκαία» και μονόδρομος «για να σωθεί η χώρα από τη χρεοκοπία». Η Αριστερά έκανε στο κρίσιμο αυτό ζήτημα σωρεία σοβαρών και μερικές φορές ασυγχώρητων λαθών, με αποτέλεσμα η κυβερνητική άποψη ότι «τα μέτρα ήταν άδικα αλλά αναγκαία για να σωθεί νη χώρα από την καταστροφή» να φαίνεται πιο πειστική. Ποια ήταν αυτά τα λάθη;
Η Αριστερά επέμεινε και επιμένει ότι «υπάρχουν λεφτά»: Η κυβέρνηση έλεγε ότι η χώρα χρεοκοπεί και άρα η ψήφιση του Μνημονίου είναι μονόδρομος για να αποφευχθεί η επερχόμενη καταστροφή, και η Αριστερά απαντούσε ότι «υπάρχει κι άλλος τρόπος». Για να καταλάβουμε πόσο άνιση και εξαρχής χαμέρνη για την Αριστερά -και κερδισμένη για την κυβέρνηση- ήταν αυτού του τύπου η αντιπαράθεση, θα παραθέσουμε μερικά θεμελιώδη οικονομικά στοιχεία, απλά και κατανοητά από καθένα και καθεμιά ακόμη και αν δεν έχει εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις.*
To 2009 τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ήταν 49.260 εκατ. ευρώ και οι δαπάνες 71.438 δισ. ευρώ, από τις οποίες 12.340 εκατ. ευρώ δαπάνες για τόκους του δημόσιου χρέους. Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού ήταν επομένως 22.178 εκατ. ευρώ. Προσθέτοντας το έλλειμμα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (6.440 εκατ. ευρώ), το συνολικό έλλειμμα της κεντρικής κυβέρνησης έφτασε τα 29.372 εκατ. ευρώ. Έλλειμμα 29.372 εκατ. ευρώ σημαίνει πολύ απλά ότι αυτό το ποσό το ελληνικό κράτος έπρεπε να το δανειστεί (όπως και το δανείστηκε), οπότε και επιβαρύνει το δημόσιο χρέος του. Τι άλλο έπρεπε να δανειστεί εκτός από το έλλειμμα της κεντρικής κυβέρνησης; Τα χρεολύσια του 2009, δηλαδή το κεφάλαιο του δημόσιου χρέους που έπρεπε να αποπληρωθεί μέσα στο 2009, δηλαδή τα κρατικά ομόλογα που έληγαν μέσα στο 2009. Πόσα ήταν αυτά; Γύρω στα 35 δισ. ευρώ.
Με λίγα λόγια, το 2009 το Δημόσιο έπρεπε να δανειστεί (όπως και δανείστηκε) 29,372 συν 35 ίσον 64,372 δισ. ευρώ. Τι θα γινόταν αν δεν μπορούσε να δανειστεί αυτά τα λεφτά; Πρώτον, δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει τα ομόλογα που έληγαν. Θα κήρυττε λοιπόν αναγκαστική παύση πληρωμών – με ό,τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό. Δεύτερον, δεν θα μπορούσε να έχει έλλειμμα κεντρικής κυβέρνησης, δηλαδή οι δημόσιες δαπάνες θα έπρεπε να ισποσκελιστούν με τα δημόσια έσοδα. Θα έπρεπε λοιπόν το Δημόσιο να δαπανήσει το 2009 μόνο 49.260 εκατ. ευρώ (συνολικά καθαρά έσοδα) συν 2.306 εκατ. ευρώ (τα έσοδα του ΠΔΕ, κυρίως κοινοτικές εισροές), ίσον 51.566 εκατ. ευρώ, ενώ οι ανάγκες του θα ήταν 71.438 εκατ. ευρώ (δαπάνες κρατικού προϋπολογισμού) συν 9.500 εκατ. ευρώ (δαπάνες του ΠΔΕ), ίσον 80.938 εκατ. ευρώ, δηλαδή 29.372 εκατ. ευρώ λιγότερα.
Από πού θα τα έκοβε αυτά τα 29.372 εκατ. ευρώ; Ας δούμε τα βασικά κονδύλια των δαπανών του Δημοσίου, για να πάρουμε μια ιδέα:
•    Δαπάνες για αποδοχές και συντάξεις, 25.492 εκατ. ευρώ, από τις οποίες 13.705 εκατ. ευρώ για μισθούς.
•    Δαπάνες για ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία, 17.228 εκατ. ευρώ, από τις οποίες επιχορηγήσεις ασφαλιστικών ταμείων 11.683 εκατ. ευρώ.
•    Δαπάνες λειτουργικές και άλλες 10.570 εκατ. ευρώ.
•    Δαπάνες αποδιδόμενων πόρων (κυρίως προς Ε.Ε.) 4.939 εκατ. ευρώ.
•    Δαπάνες για τόκους 12.340 εκατ. ευρώ.
Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε άλλα 3.157 εκατ. ευρώ για παραλαβές εξοπλιστικών προγραμμάτων το 2009, που υπολογίζονται στο έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης. Από ποιες κατηγορίες δαπανών θα έκοβε η κυβέρνηση τα «περισσευούμενα» 29 δισ. ευρώ όταν δεν θα μπορούσε να δανειστεί (και αφού στο μεταξ’ύ είχε χρεοκοπ΄πησει επειδεή δεν θα είχε πληρώσει τα χρεολύσια); Κρατάμε το ερώτημα, για να επανέλθουμε σ’ αυτό παρακάτω.
Το σίγουρο είναι όμως ότι αν το Δημόσιο δεν μπορούσε να δανειστεί το 2009, θα του έλειπαν 64.372 δισ. ευρώ. Παίρνουμε σαν βάση το 2009, που τα στοιχεία είναι σε μεγάλο βαθμό κοντά στα τελικά, γιατί για το 2010 έχουμε για την ώρα μόνο προβλέψεις του προϋπολογισμού. Έστω όμως με βάση αυτές, σε περίπτωση αδυναμίας δανεισμού το 2010 θα έλειπαν από το Δημόσιο περί τα 50 δισ. ευρώ (έλλειμμα της κεντρικής κυβέρνησης συν χρεολύσια).
Τω όντι, το ελληνικό Δημόσιο στα τέλη Απριλίου του 2010 έφτασε σε κατάσταση «τεχνικής χρεοκοπίας», δηλαδή δεν μπορούσε να βγει στις αγορές να δανειστεί. Η κυβέρνηση είπε ότι η χρεοκοπία είναι προ των πυλών – και είχε δίκιο! Και πρότεινε σαν μόνη διέξοδο για να αποφευχθεί η χρεοκοπία το Μνημόνιο και τα 110 δισ. ευρώ που το συνόδευαν. Η Αριστερά τι απάντησε; Ότι υπάρχει και άλλος δρόμος. Ποιος ήταν ο άλλος δρόμος για να βρεθούν 50 δισ. ευρώ το 2010 που το Δημόσιο δεν μπορούσε πλέον να δανειστεί; Η Αριστερά δεν απάντησε ποτέ συγκεκριμένα και πειστικά σ’ αυτό. Κι ενώ η κυβέρνηση και οι Πρετεντέρηδες τη στρίμωχναν ανελέητα με ερωτήματα «πού θα βρεθούν τα 10 δισ. ευρώ για το ομόλογο που λήγει στις 19 Μάη;» κ.λπ., η Αριστερά ζούσε στον κόσμο της υπεκφυγής. Έλεγε όχι στο Μνημόνιο, άρα και τα 110 δισ. ευρώ που το συνόδευαν, αλλά χωρίς να λέει «πού θα βρεθούν τα λεφτά» δεδομένης της ουσιαστικής χρεοκοπίας. Στην ουσία δεν είχε απάντηση στο ερώτημα, γιατί απλούστατα δεν είχε πολιτική για την κρίση. Κρίση και μάλιστα οξύτατη κρίση χρέους σαν αυτή που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία σημαίνει ότι δεν υπάρχουν λεφτά για να καλυφθούν όλες οι δαπάνες του Δημοσίου που ως πριν την κρίση εξυπηρετούνταν από τα δημόσια έσοδα αλλά και από την ευχέρεια δανεισμού! Άρα η στάση πληρωμών για κάποιες κατηγορίες δαπανών είναι αναπόφευκτη. Στο βαθμό δε που τη στάση πληρωμών την υλοποιούσε η κυβέρνηση (όπως και έγινε), η υπαγωγή στις δεσμεύσεις του Μνημονίου και τα 110 δισ. ευρώ είχαν σαν απαραίτητη προϋπόθεση την παύση πληρωμών για ένα μεγάλο μέρος των δαπανών για μισθούς, συντάξεις και κοινωνική προστασία.

Και ενώ η κυβέρνηση οργάνωνε τη δική της παύση πληρωμών και άρα τη δική της, ταξική απάντηση στο πρόβλημα της κρίσης χρέους και της ουσιαστικής χρεοκοπίας, η Αριστερά απλώς δεν είχε πειστική απάντηση. Στην ουσία ήταν ενάντια στα 110 δισ. ευρώ του Μνημονίου χωρίς να δίνει απάντηση στο ζήτημα ότι η χρεοκοπία ήταν αναπόφευκτη χωρίς αυτά τα 110 δισ. ευρώ! Έμοιαζε να υποστηρίζει το ανέφικτο: να πάρουμε τα 110 δισ. ευρώ αλλά χωρίς τους όρους του Μνημονίου. Έμοιαζε να υποστηρίζει ότι υπάρχει «μαγικός» τρόπος ώστε να καλυφθούν όλες οι δαπάνες του προϋπολογισμού όπως πριν την κρίση, με γελοίες και ανάξιες των περιστάσεων προτάσεις όπως το «λαϊκό ομόλογο», ο δανεισμός από την Κίνα και από τους Άραβες (!!!) κ.λπ. Τι έλεγε δηλαδή; Ότι θα μας σώσουν Κινέζοι και Άραβες, που για κάποιο περίεργο λόγο θα έβαζαν τα λεφτά τους στα ελληνικά ομόλογα με χαμηλά επιτόκια, κινδυνεύοντας να τα χάσουν – προφανώς συγκινημένοι από το δράμα του ελληνικού λαού. Ή ότι θα αποφύγουμε τη χρεοκοπία με το «λαϊκό ομόλογο», το οποίο ένα πράγμα μόνο θα μπορούσε να σημαίνει: να πείσει η Αριστερά ένα μέρος της λαϊκής αποταμίευσης να τοποθετηθεί στα ελληνικά ομόλογα, δηλαδή να αναλάβουν οι μικροαποταμιευτές το ρίσκο της επερχόμενης χρεοκοπίας! Γιατί είναι προφανές ότι οι τράπεζες και οι αποταμιευτές των μεγάλων εισοδημάτων δεν θα ρίσκαραν με αυτό τον τρόπο τα χρήματά τους ούτε θα αποδέχονταν ένα επιτόκιο χαμηλότερο από αυτό που ορίζει η αγορά προκειμένου να αναλάβουν το ρίσκο μιας τέτοιας τοποθέτησης. Όλος ο κόσμος συζητούσε τον υπαρκτό κίνδυνο αν κάποια στιγμή η χρεοκοπία γίνει αναπόφευκτη να υπάρξει δέσμευση των καταθέσεων και υποχρεωτική ανταλλαγή τους με ομόλογα του Δημοσίου, και η Αριστερά πρότεινε στον κόσμο να κάνει κάτι τέτοιο αυτοβούλως! Και αν η κυβέρνηση άκουγε την Αριστρερά και ο κόσμος πράγματι τοποθετούνταν στα ελληνικά ομόλογα και ύστερα (με μια ελεγχόμενη ή «κανονική» χρεοκοπία, με ένα hair-cut κ.λπ.) έχανε τα λεφτά του, από ποιον θα ζξητούσε τα ρέστα, από την Αριστερά;.. Αν όλα αυτά δεν λέγονται πολιτική χρεοκοπία ολκής, δεν ξέρουμε πώς αλλιώς λέγονται!
Φυσικά, η Αριστερά είχε και άλλες, σωστές προτάσεις: την αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου, τη μείωση των δαπανών για εξοπλισμούς, τη φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, τη μείωση της φοροδιαφυγής (που στην ουσία είναι η πιο εξώφθαλμη μορφή επιδότησης του κεφαλαίου) κ.λπ. Καλά είναι όλα αυτά, μόνο μπου είναι μεσομακροπρόθεσμης απόδοσης και δεν απαντούν στο ερώτημα «πού θα βρεθούν εδώ και τώρα τα λεφτά για χρεολύσια και τόκους». Δεν εξασφάλιζαν δηλαδή παρά ένα μικρό κλάσμα από τα χρρειαζούμενα 64 δισ. ευρώ το 2009 ή 50 δισ. ευρώ το 2010.
Έτσι, με νύχια και με δόντια η επίσημη Αριστερά έδωσε την «υπαρξιακή» μάχη προκειμένου να αποφύγει να πει το αυτονόητο: ότι η κρίση είναι βαθιά, ότι είναι οξύτατη κρίση χρέους, ότι κρίση σημαίνει ότι δεν μπορούν ννα εξυπηρετηθούν ταυτόχρονα όλες οι δαπάνες του προϋπολογισμού, ότι ήδη από τον Απρίλιο η χώρα είχε ουσιαστικά και πρακτικά χρεοκοπήσει (δηλαδή δεν μπορούσε να δανειστεί), ότι αυτό σήμαινε είτε Μνημόνιο και στάση πληρωμών σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικό κράτος είτε στάση πληρωμών για χρεολύσια, τόκους και κάθε είδους επιδοτήσεις στο κεφάλαιο! Αντί γι’ αυτό, η Αριστερά αυτοδιαψεύδεται όταν από τη μια μιλάει για βαθιά και ιστορική κρίση και από την άλλη παριστάνει τον φορέα ευφάνταστων προτάσεων που θα καταφέρουν το θαύμα: να συνεχίσουν να πληρώνονται όλα όπως πριν την κρίση και σαν να μην υπάρχει κρίση!
Φαίνεται έτσι σαν να μοιράζεται με την αστική τάξη και την κυβέρνησή της τον ίδιο στόχο: πώς θα αποφευχθεί η (συντελεσμένη ήδη) χρεοκοπία. Η αστική τάξη και η κυβέρνησή της προτείνουν και εφαρμόζουν τη λύση με τα 110 δισ. ευρώ, το Μνημόνιο και τη στάση πληρωμών για μισθούς, συντάξεις και κοινωνικό κράτος. Και η Αριστερά καμώνεται ότι έχει προτάσεις για να αποφευχθεί κάθε είδους χρεοκοπία και άρα κάθε είδους στάση πληρωμών! Αν ήταν συνεπής, θα έπρεπε τότε να πει επίσης ότι δεν υπάρχει και βαθιά κρίση ούτε οξύτατη κρίση χρέους. Διότι πώς γίνεται να έχουμε βαθιά κρίση και οξύτατη κρίση χρέους αλλά να συνεχίσουν να πληρώνονται όλα, και οι μισθοί, οι συντάξεις και οι κοινωνικές δαπάνες και τα χρεολύσια και οι τόκοι;
Αλλά πριν απ’ όλα αυτά: ποια είναι η αξιοπιστία της Αριστεράς που από τη μια λέει να ανατραπεί το Μνημόνιο και να φύγει η τρόικα και από την άλλη δεν καταλαβαίνει ότι αυτό σημαίνει πως θα «φύγουν» επίσης τα 110 δισ. ευρώ και άρα η Ελλάδα θα κηρύξει αναπόφευκτα στάση πληρωμών αφού δεν μπορεί να δανειστεί; Και τα ερωτήματα συνεχίζονται αμείλικτα: η αστική τάξη και η κυβέρνησή της δεν αναγνωρίζουν δεσμεύσεις απέναντι σε κάθε είδους κοινωνικό κεκτημένο. Η Αριστερά «αναγνωρίζει» το χρέος και τις δεσμεύσεις που απορρέουν απ’ αυτό; Θεωρεί ότι αυτό το χρέος πρέπει να πληρωθεί στο σύνολό του; Θεωρεί ότι «η χώρα πρέπει να είναι συνεπής στις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τους δανειστές»; Ναι ή όχι; Ξεκάθαρα πράγματα! Αν η Αριστερά «ήταν στα πράγματα», θα στρίμωχνε ή θα έκοβε τις πάσης φύσεως κοινωνικές δαπάνες για να φανεί συνεπής στις πληρωμές τόκων και χρεολυσίων προς τα hedge funds (που κατέχουν το 5% του ελληνικού χρέους), προς τις επενδυτικές και εμπορικές τράπεζες του εξωτερικού (μεταξύ των οποίων και οι περιβόητες Deutsche Bank  και Goldman Sachs) και του εσωτερικού που κατέχουν το 50% του ελληνικού χρέους, προς τους διαχειριστές κεφαλαίων και ενερεγητικού που κατέχουν το 20% του ελληνικού χρέους; Η Αριστερά αναγνωρίζει σαν απαράγραπτες «συμβατικές υποχρεώσεις της χώρας» τις οφειλές προς αυτούς τους τοκογλύφους; Και ύστερα ισχυρίζεται ότι έχει πρόταση που εξασφαλίζει ότι θα είναι συνεπής τόσο προς τις οφειλές στους τοκογλύφους όσο και προς τα κοινωνικά κεκτημένα; Φαίνεται πως ναι, γιατί δεν έχουμε ακούσει κάτι άλλο. Ούτε καν από το ΚΚΕ, που κατά τ’ άλλα πολύ εύκολα καταγγέλλει τον ιμπεριαλισμό, ζητάει έξοδο από τπο ΝΑΤΟ κ.λπ., μιλάει για ανυπακοή, αλλά για ανυπακοή στις οφειλές χρεολυσίων και τόκων προς τους τοκοφλύφους δεν τολμά να μιλήσει…
Να λοιπόν γιατί χάθηκε κατά κράτος η μάχη της προπαγάνδας: Γιατί στο βασικό ζήτημα, το ζήτημα της κρίσης χρέους και της απειλής χρεοκοπίας, η Αριστερά δεν είχε απάντηση, γιατί απέφυγε τη μόνη ρεαλιστική απάντηση: την παύση πληρωμών στους τοκοφλύφους του δημόσιου χρέους. Έτσι η Αριστερά έχασε τη μάχη να αναδειχτεί σε εν δυνάμει ανταγωνιστικό κοινωνικοταξικό πόλο εξουσίας με μια ριζικά διαφορετική πρόταση διεξόδου από την κρίση. Αυτή η πρόταση θα έπρεπε και θα μπορούσε να είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση, ταξικά ανταγωνιστική στην κυβερνητική, με αιχμή την παύση πληρωμών (σ.σ.: τα περί παύσης πληρωμών επεξηγούνται αναλυτικά σε επόμενα άρθρα), την εθνικοποίηση των τραπεζών χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων, την εθνικοποίηση και υπαγωγή υπό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο όλων των πρώην ΔΕΚΟ, των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, την κατάργηση των μεσαζόντων και τον έλεγχο του εμπορίου, την κρατικοποίηση του εξωτερικού εμπορίου κ.λπ. Δηλαδή μια πρόταση κοινωνικού μετασχηματισμού σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Γιατί απλούστατα στην εποχή που είναι επίκαιρο μια κοινωνική αντεπανάσταση να μας γυρνάει πίσω στο 19ο αιώνα, είναι επίση επίκαιρος και ο κοινωνικός μετασχηματισμός και ο σοσιαλισμός! Αλλιώς, δικαίωμα στη ριζοσπαστική (στην περίπτωσή τους, αντεπαναστατική) πολιτική έχουν μόνο η αστική τάξη, το κεφάλαιο και ο καπιταλισμός!
Μια τέτοια πρόταση της Αριστεράς θα έπρεπε προφανώς να γίνει συγκεκριμένα πειστική για το πώς θα εξασφάλιζε τους μισθούς, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος, για το πώς θα εξειδικευόταν η μονομερής παύση πληρωμών που προτείνει η Αριστερά: Παύουμε να πληρώνουμε τα 220 περίπου δισ. ευρώ του χρέους που είναι στα χέρια τραπεζών, hedge funds, διαχειριστών κεφαλαίου και ενεργητικού. Αυτό οδηγεί σε μια διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης (βλ. επόμενο άρθρο). Μη αναγνωρίζοντας τα 2/3 περίπου του δημόσιου χρέους, απαλλασσόμαστε και από τα 2/3 περίπου των τόκων, δηλαδή από περίπου 10 δισ. ευρώ το 2009. Θα χρειαστεί παρ’ όλα αυτά να γίνουν περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, αλλά όχι από μισθούς και συντάξεις. Θα εφαρμοστεί το συνολικότερο πρόγραμμα της Αριστεράς (επανεθνικοποίηση ΔΕΚΟ υπό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο) που θα εξασφαλίσει με άλλους όρους, φτηνότερα και καλύτερα, την παροχή μαζικών υπηρεσιών υγείας, παιδείας και περιβάλλοντος στους πολίτες. Θα φορολογηθούν τα κέρδη, η εκκλησιαστική περιουσία, οι off shore εταιρείες, θα παταχθεί πραγματικά η φοροδιαφυγή κ.λπ. Θα περικοπούν δραστικά οι στρατιωτικές δαπάνες. Θα ελεγχθεί το εμπόριο και το εξωτερικό εμπόριο κ.λπ. κ.λπ.
Ναι, είναι μια πρόταση αγώνα, αλλά η μόνη πειστική στις ιστορικές συνθήκες της οξύτατης κρίσης χρέους, όπου «δεν υπάρχουν λεφτά» για να πληρώνονται όλα όπως πριν. Σ’ αυτές τις συνθήκες, μόνο προτάσεις αγώνα και θυσιών είναι πειστικές, γιατί μόνο αυτές είναι ρεαλιστικές! Και δυστυχώς τέτοια πρόταση θυσιών είχε μόνο η κυβέρνηση του κεφαλαίου. Γι’ αυτό η Αριστερά έχασε τη μάχη της προπαγάνδας. Γιατί δεν είχε ρεαλιστική, μαχητική και ανταγωνιστική πολιτική πρόταση. Είναι αυτός ο λόγος που επικράτησε η «πατριωτική» κυβερνητική προπαγάνδα: γιατί τα κυβερνητικά «πακέτα» προτάθηκαν σαν λύση σωτηρίας από την επικείμενη χρεοκοπία (που ήταν σε όλους φανερή, εκτός από την Αριστερά!), που ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή. Επειδή δεν είχαμε ταξική απάντηση απέναντι στη χρεοκοπία, γι’ αυτό κέρδισε η «πατριωτική» πρόταση της κυβέρνησης για τη «σωτηρία της πατρίδας». Ο κόσμος βλέποντας ότι η χρεοκοπία είναι πράγματι προ των πυλών και βλέποντας την Αριστερά να είναι στον κόσμο της, φοβήθηκε ότι όντως «υπάρχουν και χειρότερα». Δεν πρόκειται λοιπόν για το γεγονός ότι είχαμε μια ταξική πρόταση αλλά χάσαμε τη μάχη από την πατριωτική προπαγάνδα, αλλά για το γεγονός ότι δεν είχαμε μάχιμη ταξική πρόταση γι’ αυτό χάσαμε τη μάχη της προπαγάνδας από τον «κυβερνητικό «πατριωτισμό» των θυσιών «για να σωθεί η πατρίς από τη χρεοκοπία».
Για να το υπογραμμίσουμε με ένα μόνο παράδειγμα: η πρόταση για έκδοση «λαϊκού ομολόγου» είναι η πιο πατριωτική συγκεκριμένη πρόταση που έχει ακουστεί από την Αριστερά: ζητάει από τους μικροαποταμιευτές να αναλάβουν το ρίσκο των ελληνικών ομολόγων για να συνεχίσουν να ξεπληρώνονται κανονικά οι ξένοι τοκογλύφοι ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία της πατρίδας! Αυτά συμβαίνουν όταν η Αριστερά συμφωνεί με την κυβέρνηση στον εθνικό στόχο της πάση θυσία αποφυγής της χρεοκοπίας, η οποία κατά τα άλλα όχι μόνο είναι αναπόφευκτη αλλά και συντελείται ήδη κατά στάδια…
Τέλος, ποια προοπτική ετοιμάζει η Αριστερά φυγομαχώντας για το χρέος, όταν επίκειται η «ελεγχόμενη χρεοκοπία»; Θας πει όχι στο «κούρεμα» του χρέους και στο ζυγό δεκαετιών που θα επίβληθεί για να αποπληρωθεί το υπόλοιπο; Ή θα ζητήσει πάλι το ανέφικτο; Δηλαδή ναι στο «κούρεμα» αλλά χωρίς τα μέτρα που θα το συνοδεύουν; Και γιατί, τότε, δεν λέει από τώρα για «κούρεμα» αλλά στο πλαίσιο ενός δικού της συνολικού προγράμματος;

Έχουμε αλλαγή «καθεστώτος» ή «εποχής»;

Όλες οι οργανώσεις, κόμματα, τάσεις και ρεύματα της Αριστεράς συμφωνούν πλέον ότι «νας παίρνουν κατακτήσεις ενός αιώνα;». Να πάμε λίγο παρακάτω το συλλογισμό; Το ότι μας παίρνουν κατακτήσεις ενός αιώνα αφήνει ανέπαφο το πλαίσιο διεξαγωγής της ταξικής πάλης ή το αλλάζει δραματικά; Μας παίρνουν όλες μας τις κατακτήσεις, αλλά οι όροι της ταξικής αντιπαράθεσης, η ίδια η αντιπαράθεση για το αν θα μας τις πάρουν τελικά ή θα τους σταματήσουμε διεξάγεται στο γνωστό πλαίσιο που είχαμε συνηθίσει μέχρι πριν την κρίση; Σχεδόν το σύνολο της Αριστεράς φαίνεται να πιστεύει ότι το πολύ πολύ αλλάζει η ένταση της ταξικής πάλης αλλά όχι και οι όροι διεξαγωγής της. Αλλιώς, δεν εξηγείται γιατί έδωσε ξανά τη μάχη σαν να επρόκειτο για το άρθρο 16 ή την απεργία των δασκάλων για τα 1.400 ευρώ.
Η Αριστερά ζει ακόμη στην εποχή που η μάχη ήταν για την αναδιανομή. Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά είχαμε μια μάχη για την …αναδιανομή των βαρών της κρίσης: «δεν θα πληρώσουμε εμείς την κρίση τους», «να πληρώσει το κεφάλαιο» κ.λπ. Εν ολίγοις, «μην πειράζετε τα κεκτημένα μας» – και μέχρι εκεί. Έδωσε λοιπόν τη μάχη με τα γνωστά εργαλεία: έβγαλε μπροστά τα συνδικάτα, που κήρυξαν συνολικά 8 γενικές απεργίες, και περίμενε ότι όπως και με το ασφαλιστικό του Γιαννίτση ο συνδικαλιστικός και οικονομικός αγώνας θα κάνει ξανά το θαύμα του. Η Αριστερά είχε μια απεργιακή ατζέντα και μερικές ατάκες, λογύδρια στη Βουλή και συνεντεύξεις για επικοινωνιακή χρήση – πέραν τούτων ουδέν. Στις στιγμές της πιο βαθιάς κρίσης του συστήματος αρκέστηκε στο συνδικαλισμό (σαν να ήταν συνδικάτο ή ομάδα πίεσης στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία) και στον οικονομισμό. Ότι η αφαίρεση των δικαιωμάτων είναι σύμπτωμα της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, που ανατρέπει όλο το οικοδόμημα των ταξικών σχέσεων και ισορροπιών, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, που δημιουργεί εντελώς νέες απαιτήσεις για τους τρόπους και τις μεθόδους διεξαγωγής της ταξικής πάλης δεν απασχόλησε κανέναν στα σοβαρά.
Εξηγούμε στο αμέσως επόμενο άρθρο τι σημαίνει αυτή η αλλαγή εποχής στο πλαίσιο, τις μεθόδους, τα εργαλεία και τιος διακυβεύσεις της ταξικής πάλης. Η Αριστερά έχασε, εκτός από τη μάχη της προπαγάνδας, και τη μάχη της μεθόδου και των εργαλείων αντιπαράθεσης.
Εξηγούμε αναλυτικά στο αμέσως επόμενο άρθρο τι σημαίνει αυτή η «αλλαγή εποχής» στο πλαίσιο και τις διακυβεύσεις της ταξικής πάλης, στις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, στις μεθόδους και τα εργαλεία ταξικής αντιπαράθεσης, στον τρόπο (ανα)συγκρότησης των κοινωνικών συμμαχιών του κεφαλαίου. Για τις ανάγκες αυτού του άρθρου παραθέτουμε ένα μεγάλο απόσπασμα: «Αυτό ακριβώς είναι που δεν έχει ακόμα αντιληφθεί η Αριστερά και πολύ περισσότερο τα συνδικαλιστικά της επιτελεία που νομίζουν ότι στις συνθήκες ενός τέτοιου «τέλους εποχής» το αντικείμενο της ταξικής πάλης είναι απλώς η «υπεράσπιση των κεκτημένων». Εδώ όμως δεν έχουμε μια απλή επίθεση στα κεκτημένα. Εδώ έχουμε ένα σύστημα που αδυνατεί να λειτουργήσει και όχι απλώς μια προσπάθεια οι καπιταλιστές να αυξήσουν τα κέρδη τους. Η επίθεση έχει χαρακτήρα επιβίωσης για το ίδιο το σύστημα, γι’ αυτό είναι ανελέητη και αδυσώπητη. Αυτή τη φορά το κεφάλαιο δεν θα επιδιώξει καμία μέση λύση. Πρόκειται για αγώνα ζωής και θανάτου. Στην ουσία βρισκόμαστε μπροστά σε μια αστική αντεπανάσταση στην καρδιά των δυτικών μητροπόλεων.
Η σύγκρουση αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με τα μέσα και τα εργαλεία της προηγούμενης εποχής. Οι ταξικές μάχες της προηγούμενης εποχής είχαν στο φόντο τους ένα ευρύτερα αποδεκτό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο που αντανακλούσε έναν ορισμένο ιστορικό συσχετισμό ανάμεσα στις τάξεις. Ο συσχετισμός αυτός δεν προέκυψε με μια σειρά αποσπασματικούς συνδικαλιστικούς αγώνες εδώ κι εκεί, αλλά ως ευρύτερος συσχετισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, συσχετισμός που διαμορφώθηκε στη Ρωσική Επανάσταση, στο κύμα που ακολούθησε στις αρχές του ’20, στις μάχες και στις αποτυχημένες επαναστάσεις της δεκαετίας του ’30 και φυσικά στην ισορροπία που προέκυψε μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ισορροπία που για το εργατικό κίνημα της δυτικής Ευρώπης διαχειρίστηκε για δεκαετίες η σοσιαλδημοκρατία και τα ΚΚ και που εκφράστηκε σε αντίστοιχες δομές αυτού του κινήματος. Τι έχει αλλάξει; Πολύ απλά ο κόσμος πάνω στον οποίο δομήθηκε η ισορροπία αυτή δεν υπάρχει πια. Η παγκόσμια καπιταλιστική ύφεση έρχεται απλώς να τινάξει το τσόφλι της προηγούμενης ισορροπίας στον αέρα.

Οι υπάρχουσες δομές του εργατικού κινήματος δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν σ’ αυτή τη μάχη, γιατί είναι το φάντασμα του παρελθόντος. Το εργατικό κίνημα είχε μάθει να δίνει μάχες μέσα σε ένα καθορισμένο πλαίσιο κανόνων. Αν π.χ. δεν τα βρίσκαμε με τους εργοδότες, πηγαίναμε στη διαιτησία. Θαυμάσια, μόνο που τώρα δεν θα υπάρχει διαιτησία. Στο Δημόσιο ξέραμε ότι υπάρχει μονιμότητα. Ε, τώρα πλέον δεν υπάρχει καμία μονιμότητα. Ξέραμε επίσης ότι θα παίρνουμε έναν ανεκτό μισθό και μετά τα 60 μια αξιοπρεπή σύνταξη. Τώρα κι αυτά πρέπει να τα ξεχάσουμε. Οι καπιταλιστές και το κράτος τα θέτουν υπό αμφισβήτηση, και το εργατικό κίνημα αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να τα υπερασπιστεί. Με άλλα λόγια: η εποχή που το εργατικό κίνημα ξεκίναγε έναν αγώνα ξέροντας ότι αργά ή γρήγορα η αστική τάξη θα επιδιώξει μια «μέση λύση» έχει πλέον τελειώσει, και μαζί της οι ρεφορμιστικές αυταπάτες και όλα τα είδη του αριστερού μεταρρυθμισμού.
Αν στο φόντο της επίθεσης βρίσκεται μια συστημική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, τότε η Αριστερά και το εργατικό κίνημα θα πρέπει να σκεφτούν αν το χτύπημα στα κεκτημένα δεν είναι ο στόχος αλλά οι παράπλευρες απώλειες της αγωνιώδους προσπάθειας του κεφαλαίου να βγει ζωντανό στο τέλος αυτής της διαδικασίας. Η προσπάθεια διάσωσης του κεφαλαίου δεν είναι μόνο μια συλλογική και συντονισμένη προσπάθεια ενάντια στην εργατική τάξη, είναι ταυτόχρονα και ένας αδυσώπητος εμφύλιος ανάμεσα στους καπιταλιστές και αύριο ενδεχομένως ανάμεσα στα αστικά κράτη – πράγμα εξάλλου που δεν θα είναι ιστορικά πρωτοφανές. Είμαστε λοιπόν μπροστά σε πολύ ευρύτερα προβλήματα που μπορεί να μας οδηγήσουν σε μια οικονομική καταστροφή, σε αυταρχικά καθεστώτα, σε πολέμους και ποιος ξέρει πού αλλού. Αυτό το αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς όλος ο κόσμος, εκτός από την Αριστερά και τους συνδικαλιστές της, που νομίζουν ότι όλα περιστρέφονται απλώς γύρω από κάποια κεκτημένα.
Ο κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα δυσλειτουργίας του συστήματος, που απειλεί να βουλιάξει όχι μόνο την οικονομική αλλά και την κοινωνική ζωή στο χάος. Ε, είναι πολύ λίγο σε αυτό το περιβάλλον να μιλάει κανείς μόνο για «κεκτημένα» και να πιστεύει ότι αυτή η επίθεση μπορεί να αντιμετωπιστεί με συνδικαλιστικά εργαλεία. Είναι σαν να σου επιτίθεται κάποιος με τανκς και κανόνια, κι εσύ να προσπαθεί να τον σταματήσεις με σκουπόξυλα και να νομίζει ότι ο κόσμος θα κατέβει στο δρόμο να μπει μπροστά στις ερπύστριες των τανκς – αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες. Αυτός είναι ο λόγος που ο κόσμος δεν κατεβαίνει με τόση ευκολία στο δρόμο. Και δεν έχει κανένα νόημα να φορτώνουμε τις ευθύνες στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία – που πάντως κήρυξε μέσα σε τρεις μήνες εφτά γενικές απεργίες. Και σε τελευταία ανάλυση, για να τελειώνουμε και με αυτό το παραμύθι, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν έχει όρεξη να δώσει καμία μάχη. Εμείς τι κάνουμε, θα καθαρίσουμε την υπόθεση ή θα περιμένουμε να πειστεί ο Παναγόπουλος; – που στο κάτω κάτω δεν έχει υποσχεθεί ότι θα κάνει και καμία επανάσταση…
Ο κόσμος λοιπόν ζητάει ευρύτερες απαντήσεις, πολιτικές: τι θα γίνει με τα μεγάλα προβλήματα, τι θα γίνει με το χρέος, τα ελλείμματα, ποιοι θα πληρώσουν, πώς, πότε, ποιοι θα πάρουν την ευθύνη και σε τελευταία ανάλυση αν υπάρχει εναλλακτική λύση, πολιτική, οικονομική, κοινωνική. Μπαίνουμε σε μια εποχή που ανοίγει ξανά το ζήτημα της άλλης κοινωνίας. Όχι ιδεολογικά ούτε προπαγανδιστικά ούτε σαν κριτική στο σύστημα, όπως στην εποχή των Φόρου, για να μην πούμε και του 1968. Τώρα μπαίνει άμεσα σαν λύση ανάγκης, όχι σαν ιδεολογική εκκρεμότητα από την εποχή του Λένιν.
Όλα αυτά προφανώς δεν σημαίνουν ότι υποτιμάμε τα κεκτημένα, αλλά οι πάντες πλέον καταλαβαίνουν ότι αυτά τα κεκτημένα συνδέονται με μια άλλη εποχή, των πατεράδων μας και των παππούδων μας. Τώρα, αν θέλουμε τα κεκτημένα πίσω, πρέπει να σκεφτούμε όχι σαν συνδικαλιστές που με οικονομικούς αγώνες τα απαιτούμε από τους καπιταλιστές και την κυβέρνηση στο πλαίσιο του συστήματος, αλλά σαν μια δύναμη ανταγωνιστικής εξουσίας, σαν η διάδοχη πολιτική και κοινωνική λύση στο σύστημα. Αν η Αριστερά και το εργατικό κίνημα θέλει να ξαναμπεί στο παιχνίδι, πρέπει να ανοίξει την πολιτική βεντάλια. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα άλλο σκεπτικό, ένα διαφορετικό πολιτικό κέντρο βάρους».
Παραπέμπουμε λοιπόν αναλυτικά σ’ αυτό το άρθρο για να σχοληθούμε με ένα άλλο ζήτημα: Με την ανάγνωση ενός τμήματος της Αριστεράς που πιστεύει (είτε το διατυπώνει ευθέως με αυτό τον τρόπο είτε όχι) ότι έχουμε «αλλαγή καθεστώτος». Ότι, δηλαδή, με το Μνημόνιο και την τρόικα έχει επιβληθεί μια οιονεί «ξένη κατοχή» στη χώρα και ότι είναι αυτό το στοιχείο που αλλάζει τους όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι η καπιταλιστική κρίση και η αγωνία του συστήματος να βγει από αυτήν που αλλάζουν δραματικά το πλαίσιο της ταξικής πάλης, στην Ελλάδα και διεθνώς, ορίζοντας μια ιστορική «αλλαγή εποχής», αλλά η «ξένη κατοχή». Ο αγώνας δεν είναι κοινωνικοταξικός (στην Ελλάδα και διεθνώς) αλλά «εθνικοπατριωτικός». Όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα δεν καθορίζονται από την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού και από τις επιπτώσεις αυτής της κρίσης στην ευρωζώνη και το ευρώ, δεν είναι η πρώτη σελίδα στο μεγάλο κεφάλαιο μιας ιστορικών διαστάσεων κρίσης χρέους σε όλο τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό Βορρά, αλλά μια νέα σελίδα «εθνικής υποδούλωσης» και «εθνικής αντίστασης».
Πρόκειται για  εντελώς κρίσιμο ζήτημα προσανατολισμού για την Αριστερά να πάρει θέση στο δίλημμα «αλλαγή ‘εποχής’ ή αλλαγή καθεστώτος». Ανάλογα με την απάντηση, θα καταλήξουμε σε εντελώς διαφορετικά πολιτικά και κινηματικά καθήκοντα.
Ανάμεσα στον ελληνικό καπιταλισμό και τις ηγέτιδες καπιταλιστικές δυνάμεις της Ε.Ε. υπάρχουν προφανώς σχέσεις λυκοφιλίας, συσχετισμοί δύναμης και ιεραρχίες. Τα κρίσιμα ζητήματα είναι δύο:
α. Μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης, Κομισιόν και τρόικας κυριαρχεί η ενότητα συμφερόντων ή κυριαρχεί ο ανταγωνισμός και η διαίρεση συμφερόντων; Το Μνημόνιο εκφράζει μια τέτοια ενότητα συμφερόντων ή την επιβολή αλλότριων συμφερόντων πάνω στον ελληνικό καπιταλισμό;
β. Τα μέτρα του Μνημονίου εκφράζουν και υπηρετούν τα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού, τα ταξικά συμφέροντα της αστικής τάξης ή έχουν «εθνικό» και «διαταξικό» χαρακτήρα;
Η απάντηση μας φαίνεται προφανής: Τα μέτρα του Μνημονίου εκφράζουν την απόλυτη ενότητα συμφερόντων μεταξύ του ελληνικού καπιταλισμού και των καπιταλιστικών συμφερόντων που εκπροσωπεί η τρόικα. Δεν εξασφαλίζουν μόνο τα συμφέροντα των πιστωτών ή τη σωτηρία του ευρώ, αλλά εξίσου τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης. Οι περικοπές μισθών, συντάξεων και δαπανών για το κοινωνικό κράτος κατά ένα μέρος θα χρηματοδοτήσουν χρεολύσια και τόκους και κατά ένα άλλο μέρος θα πάνε στις τσέπες των Ελήνων καπιταλιστών, συνιστώντας μια ιστορικών διαστάσεων «επιδότηση» προς το ελληνικό κεφάλαιο και την ελληνική αστική τάξη στο σύνολό της: τραπεζιτική, βιομηχανική, μεγάλη και μεσαία. Κυρίως όμως το Μνημόνιο σώζει τον ελληνικό καπιταλισμό από την περιπέτεια μιας χρεοκοπίας, που θα απειλούσε να τον βυθίσει ακόμη βαθύτερα στην κρίση και σε «υπαρξιακές» κοινωνικοπολιτικές πειπέτειες. Από πού προκύπτει η διαίρεση συμφερόντων ανάμεσα σε τρόικα και ελληνικό καπιταλισμό; Δεν χρειάζεται κια κάνα επιχείρημα γι’ αυτό; Φυσικά, μπορεί στην πορεία των πραγμάτων και στο βαθμό που η κρίση –η διεθνής, της ευρωζώνης και η ελληνική κρίση χρέους- βαθύνει, ο ανταγωνισμός συμφερόντων να πάρει το προβάδισμα και ο ελληνικός καπιταλισμός να χάσει την ιδεολογική και υλική κάλυψη και βοήθεια της τρόικας και να εγκαταλειφθεί μόνος του σητν κρίση χρέους και στις ορέξεις των διεθνών κερδοσκόπων. Τότε, οι «πατριώτες» της ελληνικής Αριστεράς θα γνωρίσουν μια «άλλη» αστική τάξη: «πατριωτική», που -όπως και στην Αργεντινή- δεν θα διστάσει να κάνει μια κάποια παύση πληρωμών, να δεσμεύσει καταθέσεις, να χρησιμοποιήσει κάθε μέσον για να σώσει τον ελληνικό καπιταλισμό. Ο σημερινός «πατριωτισμός» της Αριστεράς δεν ευθύνεται μόνο για το σημερινό «Βατερλό», αλλά προετοιμάζει και το μελλοντικό. Όταν το πιο «φυσικό» θα είναι να συμμαχήσει με την «εθνική αστική τάξη» – ξανά για τη «σωτηρία της πατρίδας»…

Ποιος είναι ο «ταξικός συσχετισμός»;

Μέχρι πρόσφατα, ήταν διαδεδομένη σε κομμάτια της Αριστεράς η άποψη ότι ο «ταξικός συσχετισμός» δεν επιτρέπει στις κυβερνήσεις του κεφαλαίου να προχωρήσουν σε αντεργατικά και αντικοινωνικά μέτρα μεγάλης κλίμακας («τύπου Θάτσερ») και να συντρίψουν το κίνημα. Σαν «απόδειξη» αυτής της εκτίμησης προβαλλόταν η περίπτωση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου Γιαννίτση, που η τότε κυβέρνηση Σημίτη το πήρε πίσω άρον άρον ύστερα από μία και μόνη μαζική κινητοποίηση ανάλογη -ας πούμε- της φετινής διαδήλωσης της 5 Μάη. Τώρα που η επίθεση στα δικαιώματα είναι ακόμη σκληρότερη, που η έκταση και η διάρκεια της κινητοποίησης είναι ακόμη μεγαλύτερη, γιατί η κυβέρνηση δεν υποχωρεί ούτε σε ένα αρθρίδιο των νομοσχεδίων της, αλλά αντίθετα εμφανίζει κάθε μέρα και μια καινούργια δυσάρεστη έκπληξη; Τι συνέβη, πού πήγε αυτός ο «ταξικός συσχετισμός» που εμπόδιζε τέτοιου είδους επιθέσεις;
Η λύση του «γρίφου» είναι απλή: αυτό που λέμε ταξικός συσχετισμός ορίζεται και αποκτάει νόηαμα σε σχέση με ένα σηγκεκριμένο πλαίσιο ταξικής πάλης. Όπως είπαμε και παραπάνω, αυτό που έχει αλλάξει από την εποχή Γιαννίτση είναι αυτό ακριβώς: το πλαίσιο διεξαγωγής της ταξικής πάλης. Στην εποχή του Γιαννίτση και με το τότε πλαίσιο διεξαγωγής της ταξικής πάλης ο ταξικός συσχετισμός πράηγματι δεν επέτρεπε «Θατσερισμό». Στην εποχή της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και της οξύτατης ελληνικής κρίσης χρέους «επιτρέπει» χειρότερα και από «θατσερισμό»! Πρέπει απλώς να συνειδητοποιήσουμε ότι εποχή βαθιάς κρίσης σημαίνει ότι ζούμε ήδη στην «εποχή των άκρων»: ούτε το αυτονόητο ούτε το αδιανόητο ισχύουν πια. Στο διάνυσμα από την αντεπανάσταση ως την εξέγερση και την επανάσταση όλα είναι πιθανά!
Από αυτή την άποψη ο Λένιν είναι ξανά απολύτως απαραίτητος: πρέπει η πολιτική τυης Αριστεράσς να εμπνέεται από την «επαναστατικότητα» της εποχής.

Χρειαζόμαστε μέτωπο ή κόμμα; ενιαίο εργατικό ή λαϊκό μέτωπο; ένα «νέο ΕΑΜ»;

Το τελευταίο διάστημα δεν υπάρχει πιο διαδεδομένη λέξη στην Αριστερά από το «Μέτωπο». Μέτωπο ονομάστηκε η συμμαχία των «αλαβανικών» δυνάμεων μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, στο στόχο του μετώπου ομνύουν οργανώσεις και ανένταχτοι από όλο το φάσμα της Αριστεράς. Γιατί όλη αυτή η «μετωπίτιδα»; Σίγουρα ένας σοβαρός λόγος είναι η πασιφανής ανάγκη για κοινή δράση της Αριστεράς ενάντια στα μέτρα, την κυβέρνηση Παπανδρέου, την τρόικα και το Μνημόνιο. Αν επρόκειτο μόνο γι’ αυτό, το ζήτημα θα ήταν «απλώς» αν χρειαζόμαστε ενιαίο εργατικό μέτωπο ή λαϊκό μέτωπο – οι αναγνώστες/στριες που έχουν μια στοιχειώδη πολιτική παιδεία ξέρουν ότι το πράγμα έχει πολύ ζουμί και ότι εδώ δεν παίζουμε με τις λέξεις. Όμως δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό: υπάρχουν δύο ακόμη σημαντικοί λόγοι που εξηγούν τη μαζική στροφή στην ανάγκη του «μετώπου»:
•    Η «αλλαγή εποχής» για την οποία μιλήσαμε παραπάνω σημαίνει -μεταξύ άλλων- ότι τα πολιτικά υποκείμενα της ταξικής πάλης που «αντιστοιχούσαν» στην προηγούμενη περίοδο, τις ισορροπίες και τις μεθόδους της (από το Μεσοπόλεμο ήδη μέχρι πρόσφατα, περνώντας ασπό ενδιάμεσες σημαντικές καμπές), είναι πλέον ακατάλληλα για να αποτελέσουν αποτελεσματικά εργαλεία μάχης για την εργατική τάξη και τα σύμμαχα κοινωνικά της στρώματα. Οι υπάρχοντες πολιτικοί σχηματισμοί της Αριστεράς -όλου του φάσματος- είναι στην ουσία προϊόντα μιας άλλης εποχής και γι’ αυτό «εκτός εποχής». Έχουν κλείσει τον ιστορικό τους κύκλο. Από αυτή τη διαπίστωση δεν εξαιρούνται ο ΣΥΝ, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΚΚΕ. Απλώς ο καθένας απ’ αυτούς έχει διαφορετικό «δείκτη αδράνειας», διαφορετικό βαθμό αντοχής και αντίστασης στις πιέσεις της νέας εποχής και διαφορετικό βαθμό σχετικής προσαρμογής στις απαιτήσεις της. Πάντως, η ήττα στον πρώτο γύρο της αναμέτρησης με την κυβέρνηση και την τρόικα και η απειλή μεγάλης κλίμακας ανατροπών σατο πολιτικό σκηνικό επιτείνει τη γενική αίσθηση της ακαταλληλότητας των υπαρχόντων πολιτικών εργαλείων και μοιραία στρέφει τις ελπίδες στο «μέτωπο».
•    Η παρατεταμένη κρίση και τα μέτρα σηματοδοτούν μια ιστορικών διαστάσεων διαδικασία προλεταριοποίησης: η αντίστροφη ταξική κινητικότητα (από πάνω προς τα κάτω στην ταξική πυραμίδα), η μαζική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, η κατάληψη των μεγάλων «βιομηχανιών» της υγείας και της παιδείας από τα ιδιωτικά συμφέροντα, η μαζική καθίζηση μισθών και συντάξεων, η αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας, η λεηλασία των περιουσιακών στοιχείων που συσσώρευσε τμήμα της εργατικής τάξης ή η μετατροπή τους σε βραχνά, η διά βίου υποθήκευση του εργατικού εισοδήματος στις τράπεζες, η καταστροφή μεγάλου τμήματος των μικροαστών, όλα αυτά, που η κρίση τα επιταχύνει και τα βαθαίνει, γεννούν την ιστορική απαίτηση για την κοινωνική και αγωνιστική συγκρότηση της σύγχρονης εργατικής τάξης, ως πλειοψηφικής πλέον κοινωνικής δύναμης, καθώς και την ανάγκη της πολιτικής της εκπροσώπησης.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι έχουμε ήδη μπει αναπόδραστα στη μεταβατική περίοδο που τα πολιτικά εργαλεία και οι πολιτικές εκπροσωπήσεις της εργατικής τάξης και των σύμμαχων κοινωνικών της στρωμάτων θα επαναπροσδιοριστούν ριζικά. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τους ρυθμούς και την τελική αποκρυστάλλωση αυτού του επναπροσδιορισμού. Είναι όμως βέβαιο ότι η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει.
Υπό αυτό το πρίσμα, στις απόπειρες για τη σύσταση μετώπων και συμμαχιών κάθε λογής ενσωματώνονται ανάγκες τόσο «κομματικές» όσο και «μετωπικές» (κοινής δράσης κ.λπ.). Ασυνείδητα ή μισοσυνειδητοποιημένα, με μεγάλη αμηχανία ως προς το τι ακριβώς θέλουν να συγκροτήσουν, (μέχρι) πού το πάνε, συχνά με σαθρό και αντιφατικό πολιτικό υπόβαθρο και με καθολική την έλλειψη στιβαρού πολιτικοιύ στόχου, οι φορείς μετωπικών εγχειρημάτων δεν είναι καθόλου τυχαίο που πετυχαίνουν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: αντί να οικοδομούν ευρύτερες συμμαχίες και μέτωπα, διασπούν ή βυθίζουν βαθύτερα στην κρίση τις υπάρχουσες.
Φωτεινή εξαίρεση, η τελευταία πρωτοβουλία με υπογραφές από ένα μεγάλο φάσμα στελεχών και «επωνύμων» της Αριστεράς που ξεκινάει από το Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΝ και φτάνει στις παρυφές του ΚΚΕ. Μόνο αυτή έθεσε το ζήτημα του μετώπου με πραγματικά ενωτικό τρόπο: τα υπάρχοντα σχήματα και συμμαχίες να οικοδομήσουν πλαίσιο διαλόγου και κοινής δράσης. Ένα από τα εξέχοντα στελέχη της, ο σ. Πέτρος Παπακωνσταντίνου, σε βιβλίο του που εκδόθηκε πρόσφατα προτείνει το σχήμα «Στην εποχή του Μαρξ είχαμε τον κομμκουνισμό-κίνημα, στην εποχή του Λένιν τον κομμκουνισμό-κόμμα, σήμερα χρειαζόμαστε τον κομμουνισμό-μέτωπο». Η θεωρητικοποίηση του μετώπου με αυτόν τον «ιστορικό» τρόπο υποβάλλει την ιδέα ότι ο κατακερματισμός της τάξης είναι πλέον δομικός, άρα και η ετερότητα και ο κατακερματισμός των πολιτικών της εκπροσωπήσεων επίσης δομικός. Συνεπώς στο εξής θα έχουμε μέτωπα κατακερματισμένων εκπροσωπήσεων μιας κατακερματισμένης τάξης; Αντίθετα σε ένα τέτοιο υπόρρητο συμπέρασμα, εμείς πιστεύουμε σθεναρά ότι ίσα ίσα η νέα εποχή της ταξικής πάλης που ανατέλλει, απαιτεί, δηλαδή επιτρέπει αλλά και επιβάλλει, τη συγκρότηση του μαζικού, μαρξιστικού, αντικαπιταλιστικού κόμματος της εργατικής τάξης. Προφανώς η συγκρότησή του δεν θα είναι αποτέλεσμα κειμένων υπογραφών και πρωτοβουλιών αμφιθεάτρου. (Αυτές καλώς αναλαμβάνονται, ιδιαίτερα αν έχουν τις προιϋποθέσεις να συμβάλουν πραγματικά στο διάλογο και την κοινή δράση της Αριστεράς.)
Πέρ από αυτό όμως, για το ίδιο το μέτωπο πρέπει να απαντηθεί και ένα άλλο, κρίσιμης σημασίας δίλημμα, που επανέρχεται: ενιαίο εργατικό ή λαϊκό μέτωπο; Άραγε οι δυνάμεις που αναφέρονται στην ανάγκη του μετώπου ή που συμμετέχουν, για παράδειγμα, στο Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής έχουν θέσει έστω στους εαυτούς τους αυτό το ερώτημα; Και τι απάντηση δίνουν; Όποιος νομίζει ότι πρόκειται για ερώτημα του Μεσοπολέμου που δεν έχει θέση στη σύγχρονη εποχή μας, πλανάται πλάνην οικτράν! Ιδού μερικά υποερωτήματα που το υποβάλλουν:
•     Πέρα από τις ανάγκες συγκέντρωσης δυνάμεων στην κοινή μάχη (ενότητα στη δράση), ποια είναι η κοινωνική στόχευση του «Μετώπου»; Θέλει να αποτελέσει την «πολιτική κάλυψη» και το εργαλείο για την ανασυγκρότηση του κινήματος της εργατικής τάξης, για την άρση του κατακερματισμού της, για τη δημιουργία όρων ηγεμονίας της σε μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία; Για μας αυτός πρέπει να είναι ο πρωταρχικός κοινωνικός στόχος του Μετώπου.
•     Η «κοινωνική πλειοψηφία» για την οποία γίνεται κατά συρροήν λόγος σημαίνει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με άλλα στρώματα ή και τάξεις. Εδώ προκύπτουν σειρά από ερωτήματα: Με ποια στρώματα και τάξεις; Σε ποια προγραμματική βάση; Σε ποια βάση, για παράδειγμα, θα συγκροτηθεί η συμμαχία με μικρεμπόρους και μικροβιοτέχνες; Ότι θα συνεχιστεί η επιβίωσή τους χάρη στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή και τη συστηματική παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας; Ή στη βάση της κοινής πάλης ενάντια στην τραπεζική τοκογλυφία; Επομένως, ποιος θα είναι ο ηεγεμόνας σ’ αυτή τη συμμαχία, δηλαδή ποιο πρόγραμμα που θα εξυπηρετεί τις ανάγκες ποιας τάξης;
•    Πώς διεκδικείται και μέχρι πού φτάνει η ευρύτητα στις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες; Προϋποθέτει το στρογγύλεμα του πολιτικού λόγου για «να μην τρομάξουν οι μικροαστοί» ή άλλοι σύμμαχοι; Προϋποθέτει την …εξορία του σοσιαλισμού στο ιστορικό επέκεινα και τον υποβιβασμό του σε «όραμα», για να μη φοβηθούν οι μικροβιοτέχνες την απαλλοτρίωσή τους από την εργατική εξουσία; Σημαίνει να γίνουμε οι ίδιοι σαν το «παλιό καλό ΠΑΣΟΚ», δηλαδή να γίνει η Αριστερά μια σύγχρονη αριστερή σοσιαλδημοκρατία, για να κερδίσει τους «διαφωνούντες του ΠΑΣΟΚ»; Να υποβαθμίσει το ριζοσπαστικό της λόγο για να μην τους «τρομάξει» και πέσουν σε άλλη αγκαλιά; Μήπως, πάλι, η κοινή βάση του Μετώπου πρέπει να είναι η αποτίναξη του ξένου ζυγού» της τρόικας, οπότε όλα τα προηγούμενα ξεπερνιούνται βολικά, και με ένα «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσαμε» φτάνουμε με ένα άλμα στο «νέο ΕΑΜ»; Το οποίο θα είναι η συμμαχία «όλου του λαού» ενάντια στους «κατακτητές» και τη «μια χούφτα» από τα «ντόπια τσιράκια» τους; Μήπως λέγοντας «ευρεία κοινωνική πολιτική πλειοψηφία» και «νέο ΕΑΜ» εννοούμε μια νέα «αντιστασιακή παλιγγενεσία» όπου όλες οι τάξεις πλην του διεθνοποιημένου και τοκοφλυφικού κεφαλαίου θα συναδελφωθούν, πέρα από διαφορετικά συμφέροντα, όπου οι κοινωνικές συμμαχίες του κεφαλαίου έχουν καταρρεύσει πλήρως και όπου οι πολιτικές συμμαχίες απλώς θα συγκεντρώσουν σε μια εικόνα (σαν παζλ) τις διαφορετικές τάξεις και στρώματα εκπροσωπούμενες από τις αντίστοιχες πολιτικές τους εκφράσεις; Μπορούμε -και δικαιούμαστε- να ρωτάμε πολλά και διάφορα και να υποθέτουμε περισσότερα, αλλά αυτή η συζήτηση, παρά τη διαδεδομένη λογόρροια περί «Μετώπου», δεν έχει ακόμη καν ξεκινήσει στα σοβαρά! Στη φαντασία μας φτιάχνουμε «κοινωνικές και πολιτικές πλειοψηφίες» πριν καν συζητήσουμε τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις που έχει ακόμη και μια υποτυπώδης πολιτική συμμαχία! Τέτοιος πολιτικός εκφυλισμός!
Σε ό,τι μας αφορά, θέτουμε κάποιες προϋποθέσεις:
α. Το Μέτωπο σχηματίζεται ανάμεσα σε υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς, με σεβασμό στην ιδιαιτερότητα και την αυτονομία τους, και δεν αποσκοπεί ή πολύ πεςρισσότεςρο προϋποθέτει τη διάσπασή τους. Όποιος πάλι θέλει να φτιάξει νέο κπομμα κι όχι μέτωπο, ας το πει κια ας παρουσιάσει το πολιτικό του πρόγραμμα. Πάντως, με δύο τακτικές του ποδαριού, πεντέξι ατάκες και μια ντουζίνα κατάρες προς την τρόικα ούτε μέτωπο φτιάχνεται ούτε νέο κόμμα.
β. Χρειαζόμαστε τη συγκρότηης ενός νέου, μαζικού κόμματος της εργατικής τάξης, μαρξιστικού και αντικαπιταλιστικού. Είναι στόχος της νέας ιστορικής περιόδου και συνεπάγεται καθήκοντα και μάχες ιδεολογικές, πολιτικές, οργανωτικές,κοινωνικές και κινηματικές. Δεν θα προκύψει γρήγορα και βιαστικά, με τη μέθοδο του «άρπα κόλλα» ούτε θα υπηρετηθεί με οργανωτικούς εκβιασμούς. Τέλος, είναι ένας στόχος που δεν αναιρεί το στόχο της κοινής δράσης και άρα δεν είναι ενάντια στο «Μέτωπο».
γ. Πρώτος στόχος του Μετώπου είναι η «πολιτική κάλυψη», απανενοποίηση και επανασυγκρότηση της κατακερματισμένης εργατικής τάξης, της πλειοψηφικής αυτής κοινωνικής δύναμης, και η θεμελίωση των προϋποθέσεων να ηγηθεί σε μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία.
Τέλος, με μέτωπο ή χωρίς, με στοχοθέτηση της συγκρότησης κόμματος της εργατικής τάξης ή χωρίς, το σίγουρο είναι ότι χρειαζόμαστε μια γενναία προγραμματική και ιδεολογική ανατροπή: Όποιος ντρέπεται να κουβαλάει στην πολιτική σκηνή τη μαρξιστική του ταυτότητα, όποιος θεωρεί ότι ακόμη και τώρα είναι «άκαιρο» να παλέψουμε για το σοσιαλισμό ή θεωρεί το σοσιαλισμό «όραμα» κι όχι πολιτικό πρόγραμμα επιβίωσης για την εργατική τάξη και τα καταποιεσμένα στρώματα, είναι πλέον φρένο στην ανάγκη πολιτικής επιτάχυνσης που απαιτούν η κρίση και η αλλαγή του πλαισίου της ταξικής πάλης.

Πηγή: http://www.kokkino.org/index.php?option=com_content&view=article&id=1866:-q-q&catid=15&Itemid=37

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: