Αναρτήθηκε από: penthilos | Μαρτίου 23, 2010

Δεν λυπόμαστε την νεολαία μας

Απο αφορμή τα 100 χρονια απο τη γεννηση του διασημου Ιαπωνα σκηνοθετη Ακιρα Κουρασαβα,

Το πρώτο του φιλμ που γύρισε μετά τον πόλεμο, «Δεν λυπόμαστε την νεολαία μας» (1946), είχε σαν θέμα την ιστορία της Ιαπωνίας από την δεκαετία του ’30 ως το 1946. Η ταινία βασιζόταν στην «πτώση του Τακικάβα«, που έλαβε χώρο το 1933 όταν ένας καθηγητής αναγκάσθηκε από την κυβέρνηση να παραιτηθεί εξ αιτίας των πολιτικών απόψεών του, δηλαδή γιατί φαινόταν να υποστηρίζει την αριστερά και τα κινήματα των φοιτητών. Η ταινία του Κουροσάβα διηγόταν την ιστορία του φοιτητή Νογκέ και της Ιούκιε, της θυγατέρας του πρύτανη του πανεπιστημίου Κιότο. Ο Νόγκε ανήκει στο αριστερό κίνημα φοιτητών και επιδιώκει να σώσει το πανεπιστήμιο απο την προσπάθεια της κυβέρνησις να εμποδίσει την ελευθερία λόγου, ώστε να ελέγχει έτσι την κοινή γνώμη. Οι φοιτητές διαμαρτύρονται και αντιστέκονται. Ενώ ο Νόγκε παλεύει, η κόρη του πρύτανη Ιούκιε ζει αγνοώντας τέτοια ζητήματα· είναι ένα κορίτσι τολμηρό, χωρίς κριτική συνείδηση για το κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς της Ιαπωνίας. Μια ημέρα, ο Νόγκε την κατηγορεί για τη συμπεριφορά της, λέγοντας ότι ζει σ’ έναν κοσμο μακριά από την πραγματικότητα. Η Ιούκιε πληγώνεται από τούτα τα λόγια, αλλά καταλαβαίνει οτι ο Νόγκε έχει δίκιο. Ο Νόγκε εν τω μεταξύ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται, ενώ οι άλλοι φοιτητές σταματούν τις διαμαρτυρίες τους από φόβο μήπως εκδιωχθούν απο το πανεπιστήμιο. Η αντίδραση, οι συντηρητικές δυνάμεις επικρατούν, οι πολίτες δεν έχουν το θάρρος να αντισταθούν στην πίεση της οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Οταν μετά τρια χρόνια ο Νόγκε ελευθερώνεται, προσποιείται οτι παράτησε την αντίστασή του κατά της κυβέρνησης και της πολιτικής της και ιδρύει μιαν εφημερίδα, αλλά εξακολουθεί να παλεύει κατά του ιμπεριαλισμού και της δικτατορίας κρυφά, παράνομα. Η Ιούκιε, που ήδη πριν τρία χρόνια τον είχε ερωτευτεί, πηγαίνει σε αυτόν, και οι δυο αρχίζουν να ζουν μαζί. Μιαν ημέρα ο Νογκε όμως συλλαμβάνεται, αφού η δραστηριότητά του ανακαλύφθηκε, και δολοφονείται στην φυλακή από την αστυνομία. Ο Νόγκε ανακηρύσσεται «προδότης της πατρίδας». Μονο η Ιούκιε θα μείνει στο μέρος του, προσπαθώντας να ζει έτσι «ώστε να μην λυπάται τίποτε απο την ζωή της». Μονο μετά τον πόλεμο, μετά τούτη την μεγάλη καταστροφή, θα αναγνωρισθεί επισήμως το μήνυμα που ο Νόγκε ειχε αναγγείλει, και θα θεωρηθεί υπόδειγμα για τη νεολαία.

Πηγη: Βικιπαιδεια.

Ακίρα Κουροσάβα (Akira Kurosawa, Ota του Τόκιο, 23 Μαρτίου 1910 – Setagaya του Τόκιο, 6 Σεπτεμβρίου 1998).

Ιάπωνας σκηνοθέτης, κινηματογραφικός παραγωγός και σεναριογράφος, καταγόμενος από οικογένεια σαμουράϊ. Σπούδασε στην Στρατιωτική Ακαδημία και την Σχολή Καλών Τεχνών. Ασχολήθηκε αρχικά με συγγραφή σεναρίων για την εταιρεία «Τόχο» και από το 1936, για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, άρχισε να σκηνοθετεί κινηματογραφικές ταινίες.

Γύρισε την πρώτη δική του ταινία (γιατί έως τότε λειτουργούσε ως βοηθός σκηνοθέτη, στην αρχή δίπλα στον Καζίρο Γιαμαμότο) το 1943 με τίτλο «Ο Θρύλος του Τζούντο» («Sanshiro Sugata»). Η «δυτική» τεχνοτροπία του έργου τον έφερε αντιμέτωπο με την καθεστωτική λογοκρισία της εποχής, καθώς μαινόταν ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά τον νεαρό σκηνοθέτη έσωσε ο Γιασουχίρο Οζού ? (μετέπειτα δημιουργός του «Ταξιδιού στο Τόκιο»), τολμώντας να επαινέσει δημόσια το έργο του, κάνοντάς το έτσι de facto αποδεκτό.

Ο Κουροσάβα μεγάλωσε σε μία εποχή έντονου εθνικισμού ? και κομμουνιστοφοβίας, λόγω του Α Παγκοσμίου Πολέμου, των «εξεγέρσεων του ρυζιού» (1918), του οικονομικού κραχ του 1929, της εισβολής στην Μαντζουρία (1931) και της τελικής ανάληψης της ηγεσίας της χώρας του από τους στρατιωτικούς. Η ίδια ατμόσφαιρα είχε φυσικά μεταφερθεί και στον χώρο του κινηματογράφου, όπου η αφηγηματική πλοκή αντιμετωπιζόταν από την καθεστωτική λογοκρισία με πολλή καχυποψία, ως «δυτική επιρροή».

Ο Κουροσάβα ολοκλήρωσε το έργο «Αυτοί που πάτησαν την ουρά της τίγρης» (1945) με την έναρξη σχεδόν της αμερικανικής κατοχής, και για μία ακόμα φορά ήλθε αντιμέτωπος με τους λογοκριτές, αυτή την φορά από τους ιουδαιοχριστιανούς Αμερικανούς, που δεν ήθελαν να επιτρέψουν αναφορές στο παλαιό ηρωϊκό παρελθόν της κατακτημένης χώρας. Η ταινία, που ήταν εμπνευσμένη από ένα θεατρικό έργο του Καμπούκι και αναφερόταν στις περιπέτειες 8 σαμουράϊ του 12ου αιώνα, απαγορεύτηκε τελικά για μία ολόκληρη 7ετία, ενώ ο Κουροσάβα υποχρεώθηκε για το διάστημα 1946 – 1949 να περιοριστεί στην δημιουργία 6 σύγχρονων κοινωνικών δραμάτων: «Οι νέοι δεν χρειάζονται λύπηση» («No Regrets for Our Youth», 1946), «Μία υπέροχη Κυριακή» («One Wonderful Sunday», 1947), «Μεθυσμένος Άγγελος» («Drunken Angel», 1948), «Η ήσυχη διένεξη» («The Quiet Duel», 1949) «Αδέσποτος σκύλος» («Stray Dog», 1949) και «Σκάνδαλο» («Scandal», 1949).

Ο σκηνοθέτης επέστρεψε στις ιστορικές ταινίες το 1950 με το «Ρασομόν» («Rashomon»), έναν αριστουργηματικό αφηγηματικό κινηματογραφικό προβληματισμό επάνω στην αλήθεια και το ψέμα, ο οποίος του χάρισε το βραβείο Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και έκανε το όνομά του γνωστό σε όλον τον κόσμο.

Στις 20 ταινίες που έκτοτε ακολούθησαν, ο Κουροσάβα εστίασε στην Παράδοση ? και την πολύπαθη Ιστορία της πατρίδας του και παρουσίασε τις ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες της μεσαιωνικής κυρίως εποχής της (ιδίως κατά τον ταραχώδη 16ο αιώνα), αν και παράλληλα πάντοτε τολμούσε να απλώνεται και σε επεξεργασία κορυφαίων έργων της ευρωπαϊκής Γραμματείας, με μεγαλύτερη προτίμηση στον κύκλο του Σαίξπηρ ?. Για τον Κουροσάβα, η Ιστορία, την οποία κατά κανόνα δεν μπορούμε να επηρεάσουμε, δεν αποτελεί μία αναπότρεπτη μοίρα, αλλά κίνητρο για μελέτη, στοχασμό και επανακαθορισμό της ζωής μας.

Το έργο του επηρέασε σημαντικά τον κινηματογράφο της Ευρώπης, ενώ από την πλευρά του μετέφερε αρκετά ευρωπαϊκά στοιχεία στον κινηματογράφο της χώρας του, ιδίως στην αντίληψη περί πολιτικής εξουσίας και Ιστορίας. Σπουδαιότερες ταινίες του θεωρούνται οι: «Το κρυμμένο φρούριο» («The Hidden Fortress», μία αλληγορία για την ανθρώπινη απληστία, 1958), «Οι 7 Σαμουράϊ» («The Seven Samurai», που αναδεικνύει την ηθική διάσταση της θυσίας, 1954), «Ο Θρόνος του Αίματος» («Throne of Blood», μία αλληγορία για την μανία για εξουσία και την αυτοκαταστροφική φύση του ανθρώπου, μεταφορά του σαιξπηρικού «Μάκβεθ» στον ιαπωνικό Μεσαίωνα, 1957), «Ρασομόν», «Καγκεμούσα» («Kagemusha» ή «Shadow Warrior», αφήγηση της εσωτερικής μάχης ενός άνδρα ενάντια στον εγωϊσμό και την αλαζονεία του, 1980), «Ραν» («Ran», μεταφορά του σαιξπηρικού «Βασιλιά Ληρ» στην ιαπωνική ιστορική πραγματικότητα, 1985), «Σαντζούρο» («Sanjuro», με θέμα έναν «ρονίν», δηλαδή αδέσποτο σαμουράϊ, 1962), «Γιοχίμπο» ή «Ο σωματοφύλακας» («Yojimbo», 1961), «Οι κακοί κοιμούνται ήσυχα» («The Bad Sleep Well», μία επίθεση στο ιαπωνικό οικονομικό «θαύμα» και το βαρύ πολιτισμικό τίμημά του, 1960) κ.ά. στις περισσότερες από τις οποίες πρωταγωνιστεί ο κορυφαίος ηθοποιός Τοσίρο Μιφούνε.

Πηγη: Ελευθερη εγκυκλοπαιδεια γνωσις.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: